Ένα βασικό στοιχείο της διδασκαλίας του Ιησού για την ηγεσία είναι ότι οι πρεσβύτεροι υπηρετούν την εκκλησία αφιερώνοντας χρόνο για να οικοδομήσουν συναίνεση μέσα στη σύναξη. Ο νους του Χριστού είναι πιο πιθανό να διακρίνεται, όταν οι ηγέτες καθοδηγούν ολόκληρη την εκκλησία να αγωνιστεί συλλογικά με σημαντικές αποφάσεις. Τα μέλη της εκκλησίας ενθαρρύνονται όταν συνειδητοποιούν ότι οι προτάσεις όλων εξετάζονται με σεβασμό υπό το φως της Γραφής. Η ενότητα ενισχύεται και η εκκλησία μπορεί ευκολότερα να καθοδηγείται από το Πνεύμα.
Οι μαθητές ωριμάζουν μέσα από αυτή τη διαδικασία, όταν οι ηγέτες οικοδομούν συναίνεση διδάσκοντας τι λέει η Γραφή για ένα θέμα, έχοντας συζητήσεις με μέλη της εκκλησίας σχετικά με αποφάσεις, απευθυνόμενοι σε όσους διαφωνούν και, έπειτα από πολλή προσπάθεια πειθούς, καλώντας τη μειοψηφία που επιμένει στη διαφωνία να υποχωρήσει μαζί με την υπόλοιπη εκκλησία προς την κατεύθυνση της ηγεσίας. Η υιοθέτηση του παραδείγματος του Ιησού μπορεί να καταστήσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της εκκλησίας τόσο ενωτική όσο και οικοδομητική για όλη τη σύναξη. Ο χρόνος που αφιερώνουν οι ηγέτες στους ανώριμους για να τους βοηθήσουν σε διάφορα ζητήματα, αποτελεί στην πράξη μέρος της μαθητείας.
Απόδειξη #1 — Η εξουσία των ηγετών της εκκλησίας: όπως των παιδιών και των δούλων
Αντιπαραβάλλοντας την εξουσία των κοσμικών πολιτικών ηγετών με εκείνη των ηγετών της εκκλησίας, ο Ιησούς είπε: «Oι βασιλιάδες των εθνών τα κυριεύουν· και αυτοί που τα εξουσιάζουν ονομάζονται ευεργέτες. Eσείς, όμως, όχι έτσι· αλλά, ο μεγαλύτερος μεταξύ σας, ας γίνει όπως ο μικρότερος· και ο προϊστάμενος όπως αυτός που υπηρετεί» (Λκ. 22:25,26).
Ας το σκεφτούμε για λίγο. Πόση εξουσία έχει το μικρό παιδί σε μια οικογένεια; Πόση εξουσία έχει ένας οικιακός υπηρέτης πάνω στον κύριό του; Παρόλο που ο Ιησούς χρησιμοποιούσε συχνά την υπερβολή για να τονίσει μια αλήθεια, υπάρχει εδώ μια βαθιά πραγματικότητα που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Οι ηγέτες της εκκλησίας πρέπει να είναι ηγέτες-υπηρέτες. Η στάση τους πρέπει να χαρακτηρίζεται από ταπεινότητα και όχι από βασιλική εξουσία που επιβάλλεται στους άλλους. Οι ηγέτες πρέπει να ηγούνται με καρδιά υπηρέτη.
Σε συμφωνία με τα λόγια του Ιησού, ο Πέτρος προέτρεψε τους πρεσβυτέρους: «να ποιμάνετε το αναμεταξύ σας ποίμνιο του Θεού, επιβλέποντας όχι αναγκαστικά, αλλά εκούσια·… ούτε ως κατεξουσιάζοντας την κληρονομία του Θεού, αλλά να γίνεστε τύποι του ποιμνίου» (Α' Πέτ. 5:1–3).
Ο ίδιος ο Ιησούς έδωσε τον εαυτό Του ως παράδειγμα για τους ηγέτες της εκκλησίας: «Ποιος είναι μεγαλύτερος, αυτός που κάθεται στο τραπέζι ή αυτός που υπηρετεί; Όχι αυτός που κάθεται; Eγώ, όμως, είμαι ανάμεσά σας όπως αυτός που υπηρετεί.» (Λκ. 22:27).
Σε άλλη περίσταση, ο Ιησούς έπλυνε τα πόδια των μαθητών για να δείξει ότι όποιος θέλει να είναι ηγέτης στην εκκλησία πρέπει πρώτα να μάθει να είναι υπηρέτης όλων. Και είπε: «Ξέρετε τι έκανα σε σας; Eσείς με φωνάζετε: O δάσκαλος και ο Kύριος· και καλά λέτε, επειδή είμαι. Aν, λοιπόν, εγώ, ο Kύριος και ο δάσκαλος, σας έπλυνα τα πόδια, και εσείς χρωστάτε να πλένετε ο ένας τα πόδια τού άλλου. Eπειδή, παράδειγμα έδωσα σε σας, για να κάνετε και εσείς, όπως εγώ έκανα σε σας. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του ούτε απόστολος ανώτερος από εκείνον που τον απέστειλε. Aν τα ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι, αν τα κάνετε» (Ιω. 13:12–17).
Αν θέλουμε να λάβουμε την ευλογία του Θεού ως εκκλησιαστικοί ηγέτες, τότε πρέπει να ζήσουμε αυτό που έδειξε ο Ιησούς και να ασκήσουμε την εξουσία μας με καρδιά υπηρέτη.
Απόδειξη #2 — Η ηγεσία των πρεσβυτέρων, σωστά κατανοημένη
Επειδή η Γραφή αναφέρει πρεσβυτέρους που «προΐστανται καλά» (Α' Τιμ. 5:17), είναι φανερό ότι ο Θεός προόρισε τους ηγέτες της εκκλησίας να έχουν και διοικητικό ρόλο. Η λέξη «προΐσταμαι» σημαίνει κυριολεκτικά «στέκομαι μπροστά», δηλαδή «κατευθύνω ή διοικώ άλλους». Ένα δεύτερο νόημα είναι «στέκομαι μπροστά» με την έννοια του να φροντίζω ή να βοηθώ, όπως θα έκανε ένας νοσηλευτής ή ένας γιατρός που παρακολουθεί ασθενή. Ο συνδυασμός αυτών των δύο σημασιών σκιαγραφεί το ύφος ηγεσίας που πρέπει να ασκείται.
Πώς όμως μπορεί κάποιος που έχει μόνο την εξουσία παιδιών ή δούλων να «διοικεί»;
Η προς Εβραίους 13:17 καλεί τους πιστούς να υπακούν στους ηγέτες τους. Ωστόσο, εδώ δεν χρησιμοποιείται η συνηθισμένη λέξη «υπακούω», που χρησιμοποιήθηκε για να αναφερθεί σε καταστάσεις όπως τα παιδιά που υπακούουν στους γονείς τους και οι δούλοι στους κυρίους τους (Εφ. 6:1,5), αλλά η λέξη «πείθω» ή «πείθομαι» (Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν). Αυτό υποδηλώνει ότι η υπακοή που περιγράφεται εδώ, δεν είναι αποτέλεσμα επιβολής εξουσίας, αλλά αποτέλεσμα πειθούς.
Έτσι, η υπακοή γεννιέται μέσα από διάλογο, διδασκαλία, επιχειρήματα και πειθώ — όχι από τυφλή υποταγή. Όταν κάποιος πειστεί για κάτι, τότε ενεργεί με χαρά και πεποίθηση.
Γι’ αυτό, ένας από τους βασικούς όρους για τον πρεσβύτερο είναι να είναι ικανός να διδάσκει (Α' Τιμ. 3:2). Οι πρεσβύτεροι δεν πρέπει απλώς να ανακοινώνουν αποφάσεις από ψηλά σαν πάπες. Οι ηγέτες της εκκλησίας πρέπει να πείθουν μέσω της διδασκαλίας της αλήθειας.
Στην ίδια περικοπή της προς Εβραίους 13:17 ζητείται από τους πιστούς να «υποτάσσονται» στους ηγέτες τους. Όμως ούτε εδώ χρησιμοποιείται στο πρωτότυπο η συνηθισμένη λέξη «υποτάσσομαι». Αντί γι’ αυτήν, χρησιμοποιείται η λέξη «ὑπείκω» (...καὶ ὑπείκετε), που σημαίνει «υποχωρώ» ή «ενδίδω». Χρησιμοποιείτο ακόμη για αθλητές (π.χ. παλαιστές) που υποχωρούν μετά από αγώνα.
Η εικόνα, λοιπόν, είναι μιας διαδικασίας συζήτησης και αγώνα ιδεών πριν κάποιος τελικά υποχωρήσει.
Συνοψίζοντας: η σχέση ηγετών και πιστών στην Καινή Διαθήκη δεν είναι μια σχέση τυφλής υπακοής. Το ποίμνιο του Θεού πρέπει να είναι ανοιχτό στο να πείθεται από τους ποιμένες του. Οι ηγέτες, από την άλλη, πρέπει να είναι αφοσιωμένοι στη συνεχή διδασκαλία και συζήτηση.
Κάποιες φορές, όμως, θα υπάρξουν αδιέξοδα. Οι εκκλησίες αποτελούνται τόσο από ώριμους όσο και από ανώριμους Χριστιανούς, από αυτούς που περπατούν κατά το Πνεύμα και από αυτούς που δεν περπατούν, από αυτούς που έχουν το χάρισμα της διάκρισης και από αυτούς που δεν το έχουν. Η προς Εβραίους 13:17 καλεί τότε όσους διαφωνούν, μετά από πολλή πειθώ, να υποχωρήσουν στη σοφία των ηγετών. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η υποχώρηση έρχεται μόνο μετά από διάλογο, συζήτηση και λογική επιχειρηματολογία.
Έτσι, ενώ η τελική ευθύνη της απόφασης ανήκει στην ηγεσία, ένα κρίσιμο στοιχείο της πρεσβυτερικής ηγεσίας είναι η προσπάθεια οικοδόμησης μιας καθοδηγούμενης από το Πνεύμα συναίνεσης μέσα στο σώμα.
Όπως ακριβώς ένας πιστός μπορεί να έχει μια άποψη χωρίς να είναι δογματικός ή να κάνει κρίσεις χωρίς να είναι επικριτικός, έτσι και ένας εκκλησιαστικός ηγέτης έχει την εξουσία να κυβερνά, αλλά χωρίς να είναι αυταρχικός.
Απόδειξη #3 — Οι ηγέτες της εκκλησίας: πρωταγωνιστές ή προπονητές;
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι ηγέτες της εκκλησίας δεν έχουν ιδιαίτερη προβολή στις επιστολές της Καινής Διαθήκης. Ο Παύλος, για παράδειγμα, απευθύνει την επιστολή προς Ρωμαίους απλώς στους «αγίους» (Ρωμ 1:7), χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στους ποιμένες.
Το ίδιο συμβαίνει και στις επιστολές προς Κορινθίους, Γαλάτες, Εφεσίους και Κολοσσαείς. Οι δύο επιστολές προς την εκκλησία της Κορίνθου απευθύνονταν σε ολόκληρη την «εκκλησία» (Α' Κορ. 1:2· Β' Κορ. 1:1). Δεν υπήρχε καμία αναφορά στους ηγέτες ούτε στους χαιρετισμούς ούτε πουθενά αλλού στο σώμα των επιστολών. Το γεγονός ότι αυτές οι δύο επιστολές ασχολούνται με κρίσιμα θέματα ηγεσίας, όπως το Δείπνο του Κυρίου, οι λατρευτικές συνάξεις και η εκκλησιαστική πειθαρχία, καθιστά αυτό το γεγονός ακόμη πιο αξιοσημείωτο. Η σημασία των ποιμένων-διδασκάλων αναφέρθηκε στην προς Εφεσίους 4:11, αλλά ακόμη και εκεί οι ηγέτες δεν έλαβαν άμεση επιστολή.
Μόνο στην προς Φιλιππησίους γίνεται μια σύντομη αναφορά στους επισκόπους και διακόνους, αλλά και πάλι η επιστολή απευθύνεται «σε όλους τους αγίους του Iησού Xριστού» (Φιλ. 1:1). Στο τελευταίο κεφάλαιο της προς Εβραίους, οι αναγνώστες κλήθηκαν «να χαιρετήσουν όλους τους προεστώτες τους» (13:24). Όχι μόνο ο συγγραφέας δεν χαιρέτησε απευθείας τους ηγέτες, αλλά υπέθεσε ότι δεν θα διάβαζαν καν την επιστολή!
Αυτή η απουσία εστίασης στους ηγέτες συνεχίζεται στους χαιρετισμούς των Α΄ και Β΄ Θεσσαλονικείς, Ιακώβου, Α΄ και Β΄ Πέτρου, Α΄ και Β΄ Ιωάννη και Ιούδα. Από όλες τις επιστολές προς τις εκκλησίες, μόνο στο Α΄ Πέτρου κεφ. 5 υπάρχουν απευθείας συμβουλές στους πρεσβυτέρους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ηγέτες είναι ασήμαντοι. Σημαίνει ότι και οι ποιμένες είναι πρόβατα. Οι ηγέτες αποτελούν μέρος της εκκλησίας και όχι ξεχωριστή τάξη. Δεν υπήρχε διαχωρισμός «Κλήρου» και λαϊκών.
Η προς Εφεσίους 4:11,12 δείχνει ότι το έργο των ποιμένων και διδασκάλων είναι να εξοπλίζουν τους αγίους για το έργο της διακονίας. Έτσι οι ηγέτες μοιάζουν περισσότερο με προπονητές στον πάγκο παρά με αστέρες στο γήπεδο.
Η κύρια εξουσία τους βρίσκεται στην ικανότητα να επηρεάζουν μέσω της αλήθειας και του παραδείγματος της ζωής τους.
Πολλά μπορούν να αντληθούν από τις άμεσες εκκλήσεις των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης σε ολόκληρες τις εκκλησίες. Κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να επηρεάσουν όλους τους πιστούς — όχι μόνο αυτούς που βρίσκονται στην ηγεσία. Οι απόστολοι δεν έδωσαν απλώς εντολές ή εξέδωσαν διαταγές όπως θα έκαναν οι στρατιωτικοί διοικητές. Αντίθετα, αντιμετώπισαν τους άλλους πιστούς ως ίσους και απευθύνθηκαν απευθείας σε αυτούς. Η ιεροσύνη του πιστού εφαρμοζόταν στην πράξη. Οι τοπικοί εκκλησιαστικοί ηγέτες αναμφίβολα ηγούνταν με παρόμοιο τρόπο. Η κύρια εξουσία τους ήταν στην ικανότητά τους να επηρεάζουν μέσω της αλήθειας. Ο σεβασμός που τους αποδιδόταν, είχε αποκτηθεί τίμια. Ήταν το αντίθετο της στρατιωτικής εξουσίας, όπου οι στρατιώτες σέβονται τη στολή, αλλά όχι απαραίτητα τον άνθρωπο.
Το προς Εβραίους 13:7 αντανακλά την αλήθεια ότι η μορφή ηγεσίας που χρησιμοποιείται από τους εκκλησιαστικούς ηγέτες, είναι κατά κύριο λόγο η καθοδήγηση με τον Λόγο του Θεού και το παράδειγμά τους: «Nα θυμάστε τους προεστώτες σας, που σας μίλησαν τον λόγο του Θεού· των οποίων να μιμείστε την πίστη, έχοντας μπροστά στα μάτια σας το αποτέλεσμα του πολιτεύματός τους». Ομοίως, το Α΄ Θεσσαλονικείς 5:13 αποκαλύπτει ότι οι ηγέτες πρέπει να τυγχάνουν τιμής και σεβασμού όχι λόγω της εξουσίας τους, αλλά λόγω της αξίας της υπηρεσίας τους: «να τους τιμάτε με ένα υπερπερίσσευμα αγάπης για το έργο τους».
Συνοψίζοντας, οι απόστολοι έγραψαν σε ολόκληρες τις εκκλησίες και όχι μόνο στην ηγεσία. Οι απόστολοι δίδασκαν, μιλούσαν, έπειθαν και καθοδηγούσαν, αντί να εκδίδουν απλώς εντολές. Οι ηγέτες-υπηρέτες θα πρέπει να διακονούν καθοδηγώντας με αυτόν τον τρόπο.
Απόδειξη #4 — Η Εκκλησία ως Συνέλευση
Θα κατανοήσουμε φτωχότερα την εκκλησία αν αγνοήσουμε τη δυναμική της αρχικής ελληνικής λέξης «εκκλησία». Στην εποχή του Ιησού, η λέξη χρησιμοποιείτο και για πολιτικές συνελεύσεις πολιτών που συγκεντρώνονταν για να λάβουν αποφάσεις. Η λέξη εκκλησία, σε όλες τις ελληνικές και ελληνιστικές περιοχές, διατηρούσε πάντα την αναφορά της στη συνέλευση της πόλης.
Γιατί ο Ιησούς επέλεξε μια τόσο πολιτικά φορτισμένη λέξη για να περιγράψει τον λαό Του και τις συγκεντρώσεις τους; Αν ήθελε απλώς να περιγράψει μια συγκέντρωση χωρίς πολιτικές υποδηλώσεις, ο Ιησούς θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη «συναγωγή». Ίσως επειδή σκόπευε οι ακόλουθοί Του να λειτουργούν υπεύθυνα και να λαμβάνουν αποφάσεις μαζί μέσω συναίνεσης. Έτσι, η εκκλησία δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση ανθρώπων, αλλά μια κοινότητα πολιτών της Βασιλείας που καλείται να διαβουλεύεται και να παίρνει αποφάσεις μαζί.
Η Καινή Διαθήκη περιέχει πολλά παραδείγματα τέτοιων συλλογικών αποφάσεων:
- η εκλογή αντικαταστάτη του Ιούδα (Πράξ. 1)
- η επιλογή διακόνων για τη διανομή τροφίμων (Πράξ. 6)
- ο διορισμός πρεσβυτέρων με την ευρεία συμφωνία της τοπικής εκκλησίας Πράξεις 14:23
- η σύνοδος της Ιερουσαλήμ (Πράξ. 15)
- η συλλογική εξουσία πειθάρχησης με αγάπη για άτακτα μέλη (Α' Κορινθίους 5).
Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, οι ηγέτες εμπλέκουν ολόκληρη την εκκλησία σε σημαντικές αποφάσεις, βασιζόμενοι στην καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος και επιδιώκοντας να οικοδομήσουν συναίνεση της εκκλησίας σε σημαντικά θέματα. Η ηγεσία στην πρώτη εκκλησία ήταν ένας συνδυασμός πρεσβυτερικής καθοδήγησης και συναίνεσης της εκκλησίας, με τον Χριστό ως Κεφαλή.
Αν η εκκλησία γείρει υπερβολικά προς τη μία πλευρά, γίνεται δικτατορία. Αν γείρει υπερβολικά προς την άλλη, γίνεται οχλοκρατία. Οι ηγέτες και η εκκλησία βρίσκονται σε μια λεπτή ισορροπία αμοιβαίου σεβασμού, κοιτάζοντας πάντα στον Ιησού ως Κεφαλή.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία οι πιστοί ωριμάζουν πνευματικά, μαθαίνουν να σκέφτονται με διάκριση και να αγαπούν ο ένας τον άλλον παρά τις όποιες διαφορές τους.
S. A.
► Διαβάστε επίσης:
Συμμετοχικές συνάξεις της εκκλησίας: «Έκαστος έχει...»
Η Πρώτη Εκκλησία: Διαλογική διδασκαλία χωρίς κηρύγματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.