Πώς ο Ιησούς και οι Απόστολοι διαμόρφωσαν τις συνάξεις των μικρών εκκλησιών ώστε να παρακινούν τους πιστούς σε βαθύτερα επίπεδα πίστης και υπακοής; Στο αρχικό τους σχέδιο, οι εκκλησιαστικές συναντήσεις δεν ήταν θέαμα για θεατές. Δινόταν σημαντική ελευθερία στους παρευρισκομένους να απευθύνονται στην εκκλησία κάθε εβδομάδα. Υπήρχε μια αρχή συμμετοχής. Ο λαός του Θεού ήταν ελεύθερος να προσφέρει μαρτυρίες, να μοιραστεί πνευματικές εμπειρίες, να προτρέψει, να οδηγήσει σε προσευχή, να καταθέσει για τη νίκη επί της αμαρτίας, να μιλάει για τη χάρη του Θεού στη ζωή του, να φέρει έναν νέο ύμνο, να αποδώσει δοξολογία στον Κύριο κ.λπ. («Ας το πουν οι λυτρωμένοι του Κυρίου!»).
Η κύρια κατευθυντήρια αρχή ήταν ότι οτιδήποτε λεγόταν έπρεπε να αποσκοπεί στην οικοδομή (ενίσχυση, πνευματική αύξηση, ενθάρρυνση) της εκκλησίας. Ένα ακόμη αποτέλεσμα ήταν ότι διεγειρόταν η αγάπη και οι καλές πράξεις. Όλα μαζί συνέβαλλαν στο να παρακινούνται οι πιστοί σε μεγαλύτερη υπακοή στις εντολές του Κυρίου — βασικό στοιχείο της μαθητείας.
Υπάρχουν και πολλά άλλα οφέλη σε μια ανοιχτή μορφή σύναξης. Περισσότεροι άνθρωποι εμπλέκονται ενεργά στην οικοδομή της εκκλησίας. Η ευκαιρία για ουσιαστική συμβολή αυξάνει το ενδιαφέρον του σώματος. Οι ιδέες που μοιράζονται είναι συνήθως πρακτικές, ειλικρινείς και προέρχονται από πραγματικές εφαρμογές του Λόγου του Θεού. Όλα αυτά όχι μόνο ελαφρύνουν σημαντικά το φορτίο της ηγεσίας, αλλά της επιτρέπουν και να διακονείται η ίδια. Επιπλέον, αποτρέπεται η ανάπτυξη απάθειας που γεννιέται από την παθητικότητα. Υπάρχει πληρέστερη έκφραση των πνευματικών χαρισμάτων που σχετίζονται με τον λόγο. Αυτή η προσέγγιση «ανοιχτού μικροφώνου» βοηθά επίσης να αποφευχθεί η ατροφία των χαρισμάτων λόγω αχρησίας.
Ο καθηγητής Jimmy Milikin αναφέρει ότι στις πρώτες χριστιανικές συνάξεις «υπήρχε προφανώς μια ελεύθερη έκφραση του Πνεύματος. Στη δημόσια σύναξη, κάποιος μπορούσε να έχει έναν ψαλμό, άλλος αδελφός μια διδασκαλία, άλλος μια αποκάλυψη, άλλος μια γλώσσα, άλλος μια ερμηνεία.»
Στο έργο The Nature of the Early Church, ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ernest Scott έγραψε: «Η άσκηση των πνευματικών χαρισμάτων ήταν το χαρακτηριστικό στοιχείο της πρωτοχριστιανικής λατρείας. Τα χαρίσματα αυτά μπορεί να διέφεραν ως προς τη φύση και τον βαθμό τους, ανάλογα με την ικανότητα του κάθε ατόμου, αλλά είχαν δοθεί σε όλους και υπήρχε χώρος στη σύναξη για τη συμμετοχή όλων… Κάθε μέλος αναμενόταν να συνεισφέρει κάτι δικό του στη κοινή λατρεία».
Στο Introducing the New Testament, ο θεολόγος John Drane έγραψε: «Στις πρώτες ημέρες… η λατρεία τους ήταν αυθόρμητη. Αυτό φαίνεται ότι θεωρείτο το ιδανικό, διότι όταν ο Παύλος περιγράφει πώς πρέπει να διεξάγεται μια εκκλησιαστική σύναξη, παρουσιάζει μια συμμετοχή πολλών, καθοδηγούμενη από το Πνεύμα… Υπήρχε το γεγονός ότι ο καθένας είχε την ελευθερία να συμμετέχει σε μια τέτοια λατρεία. Στην ιδανική περίπτωση, όταν όλοι εμπνέονταν από το Άγιο Πνεύμα, αυτή ήταν η τέλεια έκφραση της χριστιανικής ελευθερίας».
Αναφερόμενος στη δημόσια λατρεία της εκκλησίας της Καινής Διαθήκης, ο λέκτορας του London Bible College G. W. Kirby κατέληξε: «Φαίνεται ότι υπήρχε σημαντική ευελιξία, με χρόνο αφιερωμένο στην αυθόρμητη συμμετοχή». Ο Σκωτσέζος σχολιαστής William Barclay δήλωσε: «Το πραγματικά αξιοσημείωτο σε μια πρώιμη εκκλησιαστική σύναξη ήταν ότι σχεδόν ο καθένας προσερχόταν νιώθοντας ότι είχε τόσο το προνόμιο όσο και την υποχρέωση να συνεισφέρει κάτι».
Συναγωγές
Από μια απλή ανάγνωση των Πράξεων είναι φανερό ότι ο Παύλος ήταν ελεύθερος να κηρύττει το ευαγγέλιο στις συναγωγές σε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο (Πράξεις 13:14–15 14:1, 17:1-2, 17:10, 18:4, 19:8). Οι συναγωγές του πρώτου αιώνα ήταν ανοιχτές στη συμμετοχή των παρευρισκομένων. Αν οι αρχαίες συναγωγές έμοιαζαν με τις σύγχρονες λατρευτικές συνάξεις, ο Παύλος θα χρειαζόταν διαφορετική στρατηγική για να διαδώσει το ευαγγέλιο στους Ιουδαίους. Εφόσον οι πρώτες εκκλησίες αποτελούνταν κυρίως από Ιουδαίους Χριστιανούς, δεν είναι παράξενο που οι συνάξεις τους ήταν ανοιχτές στη συμμετοχή.
Να ενθαρρύνετε ο ένας τον άλλον
Ένα συχνό εδάφιο για να ενθαρρύνει την εκκλησιαστική συμμετοχή είναι το Εβραίους 10:25 («μη αφήνοντας το να συνερχόμαστε μαζί» - πρωτ.: μη εγκαταλείποντες την επισυναγωγήν εαυτών). Το υπόλοιπο του χωρίου είναι εξίσου σημαντικό. Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους παρότρυνε επίσης τους Χριστιανούς αναγνώστες του: «και ας φροντίζουμε ο ένας για τον άλλον, παρακινώντας σε αγάπη και καλά έργα· ...προτρέποντας ο ένας τον άλλον» (Εβρ. 10:24,25). Πριν έρθει στην εκκλησία, κάθε πιστός είχε την ευθύνη να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να παρακινήσει τους άλλους. Είναι σαφές ότι οι πρώτες συνάξεις είχαν σχεδιαστεί ώστε να παρέχουν άφθονη ευκαιρία για αμοιβαία ενθάρρυνση. Η έμφαση δεν ήταν αποκλειστικά στους ηγέτες, αλλά στο «ο ένας τον άλλον».
Οι συμμετοχικές συνάξεις ευθυγραμμίζονται με την αρχή των πενήντα εννέα «αλλήλων» της Καινής Διαθήκης (π.χ. Ιω. 13:34· Ρωμ. 12:10· Α΄ Πέτρ. 4:8· Α΄ Ιω. 3:11 κ.ά.). Κάθε μέλος καλείτο να κάνει το μέρος του, καθοδηγούμενο από το Πνεύμα. Χωρίς την καθοδήγηση του Πνεύματος, η συμμετοχή θα κατέληγε απλώς σε μια θρησκευτική εκδοχή ερασιτεχνικής παράστασης. Σε κάθε πιστό έχει δοθεί ένα πνευματικό χάρισμα για την οικοδομή της εκκλησίας, και οφείλει να διακονεί σύμφωνα με αυτό. Καθήκον της ηγεσίας είναι να εξοπλίζει την εκκλησία, ώστε να κατανοεί και να εφαρμόζει αυτή την αλήθεια.
Όλα τα μέλη του σώματος του Χριστού είχαν την ευθύνη να ενθαρρύνουν τους άλλους μέσω μαρτυρίας, ύμνου, δοξολογίας, προσευχής, προτροπής, διδασκαλίας και κοινοποίησης των προσωπικών πνευματικών μαθημάτων που έλαβαν.
Ο Παύλος συζητούσε μαζί τους
Στις Πράξεις 20:7 καταγράφεται ότι ο Παύλος μίλησε όλη τη νύχτα όταν επισκέφθηκε την εκκλησία στην Τρωάδα. Μία από τις λέξεις που περιγράφουν τη δράση του είναι «διαλέγομαι», που σημαίνει «συζητώ». Στις Πράξεις 18:4 και 19:8 αποδίδεται ως «διελέγετο» και «διαλεγόμενος». Δηλαδή, «μιλούσε μαζί τους». Αναμφίβολα ο Παύλος μίλησε περισσότερο εκείνο το βράδυ· όμως δεν επρόκειτο για αδιάκοπο μονόλογο σαν ραδιοφωνική εκπομπή. Άρα, ακόμη και ο χρόνος διδασκαλίας είχε, σε κάποιον βαθμό, χαρακτήρα διαλογικό — άλλη μια ένδειξη ότι οι πρώτες εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις χαρακτηρίζονταν από την αρχή της συμμετοχής.
«Έκαστος έχει»
Οι οδηγίες για τη χρήση των πνευματικών χαρισμάτων όταν «ολόκληρη η εκκλησία συναθροιστεί στον ίδιο τόπο» (Α΄ Κορ. 14:23) παρουσιάζονται στο Α΄ Κορινθίους κεφ. 14. Το κείμενο αποκαλύπτει μια αρχή συμμετοχής: «Όταν συνέρχεστε, κάθε ένας από σας έχει ψαλμό, έχει διδασκαλία, έχει γλώσσα, έχει αποκάλυψη, έχει ερμηνεία...» (14:26). Το χωρίο απευθύνεται σε «καθέναν» από τους «αδελφούς» — όχι μόνο στους ηγέτες. Αν η φράση «ο καθένας» αντικαθίστατο με «μόνο ένας», ποια θα περιέγραφε καλύτερα τις σύγχρονες εκκλησιαστικές συνάξεις;
Τα κεφάλαια 11–14 της Α΄ Κορινθίους αφορούν εκτενώς στις εκκλησιαστικές συνάξεις, και αξιοσημείωτο είναι ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά σε ηγέτες. Αυτό δεν μειώνει τη σημασία τους· είναι απαραίτητοι για την εύρυθμη λειτουργία της εκκλησίας. Ωστόσο, φαίνεται ότι στη φάση της συμμετοχικής συνάθροισης λειτουργούν περισσότερο ως προπονητές από τον πάγκο, παρά ως οι μοναδικοί «πρωταγωνιστές».
Οι πιστοί της Καινής Διαθήκης δεν παρακολουθούσαν απλώς ως θεατές. «Ο καθένας» ήταν ελεύθερος να χρησιμοποιήσει τα λεκτικά πνευματικά του χαρίσματα για την οικοδομή της εκκλησίας. Οι απλοί πιστοί ήταν ενεργοί, ζωτικοί συμμετέχοντες που μπορούσαν να συνεισφέρουν σημαντικά σε αυτά που λέγονταν στη συγκέντρωση της Κυριακής. Το σύνθημα γι' αυτές τις πρώτες εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις θα μπορούσε να είναι: «κάθε μέλος και ένας διάκονος».
Οικοδομή
Ο υπέρτατος σκοπός όσων λέγονταν ή γίνονταν, ήταν η οικοδομή: «Όλα ας γίνονται για οικοδομή» (Α΄ Κορ. 14:26). Η λέξη «οικοδομή» αναφέρεται στην ενίσχυση και ενθάρρυνση. Ένα λεξικό έχει περιγράψει την οικοδομή ως την ενέργεια ενός πιστού που προάγει την ανάπτυξη κάποιου άλλου στη χριστιανική σοφία, ευσέβεια και αγιότητα. Κάθε παρέμβαση έπρεπε να στοχεύει με αγάπη στην ενθάρρυνση και ενίσχυση της εκκλησίας· αλλιώς, δεν θα γραφόταν: «Έτσι κι εσείς, επειδή είστε ζηλωτές πνευματικών χαρισμάτων, να ζητάτε στο να περισσεύετε σ’ αυτά για την οικοδομή της εκκλησίας.» (14:12). Η προφητεία υπηρετούσε «οικοδομή και προτροπή και παρηγορία» (14:3). Καθένας διακονούσε σύμφωνα με το χάρισμά του (Ρωμ. 12:6). Όλα αυτά υπογραμμίζουν την αρχή της συμμετοχής στις πρώτες εκκλησιαστικές συνάξεις.
Μουσική
Η ρύθμιση των πνευματικών χαρισμάτων που σχετίζονται με την υμνωδία, αναφέρεται επίσης στο Α΄ Κορινθίους 14. Όταν ο Παύλος γράφει ότι «αν κάποιος έχει ψαλμό» (14:26), εννοεί όσους έχουν σχετικό χάρισμα. Οι μουσικά χαρισματικοί είχαν την ελευθερία να οικοδομούν την εκκλησία μέσω αυτού του δώρου, διευκολύνοντας όλη τη σύναξη να ψάλλει. Η μουσική δεν πρέπει να μετατρέπει την εκκλησία σε ακροατήριο, αλλά σε σύναξη που υμνεί τον Κύριο στην παρουσία Του. Η μουσική μας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την πρόσκληση του Ψαλμωδού: «Aς προφτάσουμε μπροστά του με δοξολογίες· ας αλαλάξουμε σ’ αυτόν με ψαλμούς» (Ψαλμ. 95:2).
Η ψαλμωδία είχε επίσης μια διάσταση «αλλήλων»: «μιλώντας μεταξύ σας με ψαλμούς και ύμνους και πνευματικές ωδές, τραγουδώντας και ψάλλοντας με την καρδιά σας στον Kύριο» (Εφ. 5:19)· «διδάσκοντας και νουθετώντας ο ένας τον άλλον, με ψαλμούς και ύμνους και πνευματικές ωδές, ψάλλοντας με χάρη από την καρδιά σας στον Kύριο» (Κολ. 3:16). Φαίνεται λοιπόν ότι και στη μουσική ίσχυε η αρχή της συμμετοχής.
Διδασκαλία
Η εις βάθος βιβλική διδασκαλία, με σαφή εφαρμογή, ήταν αναπόσπαστο μέρος κάθε εβδομαδιαίας σύναξης. Οι ηγέτες εύλογα αναλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας. Ωστόσο, το κείμενο αναφέρει ότι «καθένας» που είχε το χάρισμα της διδασκαλίας, μπορούσε να φέρει «διδαχή» (Α΄ Κορ. 14:26). Γι’ αυτό ο Ιάκωβος προειδοποιεί: «Μη γίνεσθε πολλοί διδάσκαλοι…» (Ιακ. 3:1). Αυτή η προειδοποίηση έχει νόημα υπό το πρίσμα των συμμετοχικών συγκεντρώσεων που χαρακτήριζαν την πρώτη εκκλησία. Σύμφωνα με την αρχή της συμμετοχής, υπήρχε σαφώς μια ευκαιρία για υπερφυσικά χαρισματούχους, ώριμους αδελφούς να διδάξουν (με ποιμαντική έγκριση και καθοδήγηση). Σε συμφωνία με το Α΄ Τιμ. 2:12, μόνο άνδρες έπρεπε να διδάσκουν στη σύναξη.
Η Γραφή δηλώνει ότι «Oι γυναίκες σας ας σιωπούν μέσα στις εκκλησίες· επειδή, δεν είναι επιτρεπτό σ’ αυτές να μιλάνε, αλλά να υποτάσσονται, όπως λέει και ο νόμος» (Α΄ Κορ. 14:34). Αυτή η εντολή είναι άσχετη με τις περισσότερες σημερινές εκκλησίες, επειδή γενικά κανείς, άνδρας ή γυναίκα, εκτός από τους ηγέτες, δεν μιλάει! Όποια κι αν ήταν η σημασία αυτής της απαγόρευσης, δεν θα είχε γραφτεί, αν οι εκκλησιαστικές συνάξεις του πρώτου αιώνα δεν ήταν συμμετοχικές.
Δύο ή Τρεις με Γλώσσες
Ο συμμετοχικός χαρακτήρας των πρώτων εκκλησιαστικών συγκεντρώσεων είναι επίσης εμφανής στις οδηγίες για εκείνους που μιλούσαν γλώσσες: «αν κάποιος μιλάει με γλώσσα, ας κάνουν τούτο ανά δύο ή το περισσότερο ανά τρεις, και διαδοχικά· και ένας ας διερμηνεύει· αλλά, αν δεν υπάρχει διερμηνευτής, ας σιωπά μέσα στην εκκλησία· και ας μιλάει στον εαυτό του και στον Θεό» (Α΄ Κορ. 14:27,28). Η ερμηνεία ήταν απαραίτητη «για να οικοδομηθεί η εκκλησία» (14:5). Πολλοί θεωρούν ότι το χάρισμα αυτό περιορίστηκε στον πρώτο αιώνα. Ακόμη κι έτσι, η αρχή της αυθόρμητης συμμετοχής παραμένει.
Δύο ή Τρεις Προφήτες
Ο συμμετοχικός χαρακτήρας των συνάξεων της Καινής Διαθήκης φαίνεται επίσης στις οδηγίες για την προφητεία του πρώτου αιώνα: «Oι προφήτες, όμως, ας μιλάνε ανά δύο ή τρεις, και οι άλλοι ας διακρίνουν» (Α΄ Κορ. 14:29). Αν γινόταν αποκάλυψη σε άλλον, ο πρώτος έπρεπε να σιωπήσει (14:30). Στόχος της προφητείας ήταν «να μαθαίνουν όλοι, και όλοι να παρηγορούνται» (14:31). Ακόμη κι αν τα συγκεκριμένα χαρίσματα εξέλιπαν, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, η αρχή της συμμετοχής παραμένει, με την ευθύνη των ηγετών να διασφαλίζουν ότι όλα γίνονται «με ευσχημοσύνη και με τάξη» (14:40).
(συνεχίζεται...)
— Stephen E. Atkerson
Διαβάστε σχετικά του ιδίου:
Υπάρχει σίγουρα καλύτερος τρόπος...
Three Equal Columns
Column 2
Η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης και η Θεσμική Εκκλησία
Μια Κοινότητα Εν Χριστώ
Column 3
Η πολύτιμη κληρονομιά του Ιησού
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.