Three Equal Columns

«Όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού.» (Ρωμαίους 3:23) • «Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος· το χάρισμα, όμως, του Θεού αιώνια ζωή διαμέσου του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.» (Ρωμαίους 6:23) • «Δίνοντας μαρτυρία και προς τους Iουδαίους και τους Έλληνες για τη μετάνοια προς τον Θεό, και την πίστη, αυτή προς τον Kύριό μας Iησού Xριστό.» (Πράξεις 20:21) • «Αδερφοί, σας θυμίζω το χαρμόσυνο μήνυμα που σας έφερα με το κήρυγμά μου. Αυτό το μήνυμα το δεχτήκατε, σ’ αυτό παραμείνατε σταθεροί, με αυτό και σώζεστε, αν βέβαια μένετε προσκολλημένοι σ’ αυτό, με το νόημα που σας το κήρυξα· εκτός εάν μάταια πιστέψατε. Σας παρέδωσα τη διδασκαλία που είχα κι εγώ παραλάβει και που έχει πρωταρχική σημασία: ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε, σύμφωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας· ότι ενταφιάστηκε και ότι, σύμφωνα με τις Γραφές αναστήθηκε την τρίτη ημέρα.» (Α' Κορινθίους 15:1-4) • «Αν με το στόμα σου ομολογήσεις Κύριο, τον Ιησού, και μέσα στην καρδιά σου πιστέψεις ότι ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα σωθείς.» (Ρωμαίους 10:9) • «Κατά χάρη είστε σωσμένοι, διαμέσου της πίστης· κι αυτό δεν είναι από σας· είναι δώρο του Θεού· όχι από έργα, ώστε να μη καυχηθεί κάποιος.» (Εφεσίους 2:8,9)

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Το κάλεσμα του αποστόλου Παύλου σε μετάνοια

Στην ανάγνωση των Επιστολών του μεγάλου Αποστόλου των Εθνών δύσκολα μπορεί κανείς να μη παρατηρήσει την ιδιότυπη χρήση των όρων «το ευαγγέλιό μου» και «το ευαγγέλιο το οποίο κήρυξα». Καθιστά σαφές ότι δεν το έλαβε από ανθρώπους, ούτε διδάχθηκε από εκείνους που ήταν εν Χριστώ πριν από αυτόν. Ήρθε ως ιδιαίτερη αποκάλυψη από τον ουρανό, όταν έλαβε τη θεόσταλτη αποστολή του στο αποστολικό έργο. Ωστόσο, όταν ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσει τον Πέτρο και, σε αδελφική συζήτηση, έθεσε ενώπιόν του και ενώπιον άλλων από τους Δώδεκα το Ευαγγέλιο που κήρυττε μεταξύ των εθνών, μας λέγεται ότι το αναγνώρισαν ως προερχόμενο από τον Θεό και δεν προσέθεσαν τίποτε σε αυτό, αλλά έδωσαν σε αυτόν και στον Βαρνάβα το δεξί χέρι της κοινωνίας, παραδίδοντάς τους στη χάρη του Θεού καθώς συνέχιζαν να ευαγγελίζουν τα έθνη. Στην πραγματικότητα, έγινε μια αρκετά σαφής συμφωνία: ότι ο Πέτρος θα πήγαινε στην περιτομή και ο Παύλος στην ακροβυστία.

Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει, όπως υποστήριξαν κάποιοι, ότι το Ευαγγέλιο της περιτομής διέφερε ως προς το περιεχόμενο από το Ευαγγέλιο της ακροβυστίας. Μια τέτοια άποψη αγνοεί τη δήλωση του ίδιου του Παύλου ότι υπάρχει μόνο ένα Ευαγγέλιο. Διατύπωνε άραγε κατάρα εναντίον του Πέτρου όταν είπε: «Aλλά, και αν εμείς ή άγγελος από τον ουρανό κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Όπως είχαμε πει πρωτύτερα, λέω και τώρα ξανά: Aν κάποιος κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που παραλάβατε, ας είναι ανάθεμα.» (Γαλ. 1:8,9); Δεν γνώριζε άλλο ευαγγέλιο. Το μίγμα νόμου και χάρης που δίδασκαν κάποιοι εκείνη την εποχή, το χαρακτήρισε διαφορετικό ευαγγέλιο, αλλά όχι άλλο.

Γιατί λοιπόν η διάκριση ανάμεσα στο ευαγγέλιο του Πέτρου και στο δικό του; Η διαφορά βρισκόταν στον τρόπο προσέγγισης, όχι στο σώμα της διδασκαλίας. Ορίζει το Ευαγγέλιό του ως εξής: «Σας γνωστοποιώ δε, αδελφοί, το ευαγγέλιο που σας κήρυξα, το οποίο και παραλάβατε και στο οποίο στέκεστε· δια του οποίου και σώζεστε, αν κρατάτε στη μνήμη σας αυτό που σας κήρυξα — εκτός αν πιστέψατε μάταια. Διότι πρώτα απ’ όλα σας παρέδωσα εκείνο που και εγώ παρέλαβα: ότι ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές, ότι ετάφη και ότι αναστήθηκε την τρίτη ημέρα σύμφωνα με τις Γραφές» (Α΄ Κορ. 15:1-4). Αυτό ακριβώς διακήρυτταν εξαρχής ο Πέτρος και οι λοιποί, όπως ήδη είδαμε.

Μόλις πρόσφατα παρατήρησα τη δήλωση σε έντυπη μορφή ότι, «ενώ η μετάνοια συνδεόταν με το Ευαγγέλιο της περιτομής, δεν είχε θέση σε σχέση με το Ευαγγέλιο του Παύλου για την ακροβυστία.» Αρκετά παράξενο μπροστά στις διακηρύξεις του Παύλου, τις οποίες σκοπεύω τώρα να εξετάσω, γιατί μας έχει πει με απόλυτη σαφήνεια ποια θέση πήρε σε αυτό το σπουδαίο θέμα.

Στη δική του μεταστροφή βλέπουμε τη μετάνοια να παρουσιάζεται με τον πιο καθαρό τρόπο. Σε μια στιγμή ήταν ένας αυτοδικαιούμενος, φανατικός Φαρισαίος που πραγματικά πίστευε ότι όφειλε να κάνει πολλά πράγματα αντίθετα προς το Όνομα του Ιησού του Ναζωραίου. Αλλά σε μια άλλη στιγμή όλα άλλαξαν. Άκουσε τη φωνή από τον ουρανό να λέει: «Εγώ είμαι ο Ιησούς τον οποίο εσύ διώκεις». Συντετριμμένος στο πνεύμα και ελεγχόμενος για αμαρτία, φώναξε: «Κύριε, τι θέλεις να κάνω;» Ήταν η ερώτηση ενός ειλικρινά μετανοημένου ανθρώπου, του οποίου ολόκληρη η στάση άλλαξε όταν συνειδητοποίησε ότι, αντιτιθέμενος στο Ευαγγέλιο του Ναζωραίου, πολεμούσε τον Θεό. Το βάθος του έργου που έγινε στην ψυχή του φανερώθηκε στη νέα του ζωή και συμπεριφορά. Σύντομα τον βλέπουμε να κηρύττει την πίστη που κάποτε προσπαθούσε να καταστρέψει. Δεν έχουμε πιο σαφή απόδειξη μετάνοιας πουθενά στη Γραφή μας.

Και η δική του μεταστροφή ήταν το πρότυπο για όλους τους άλλους. Εκείνο που έγινε τόσο πραγματικό γι’ αυτόν, ήταν αυτό που κήρυττε σε Ιουδαίους και Εθνικούς εξίσου σε όλα τα χρόνια της διακονίας του. Δεν ήταν ότι χρησιμοποιούσε πάντοτε τους ίδιους τους όρους «μετανοείτε» ή «μετάνοια». Πιθανόν συχνότερα  δεν το έκανε. Αλλά το κήρυγμά του είχε χαρακτήρα τέτοιο που στόχευε να κινήσει τους ακροατές του να εξετάσουν τη ζωή τους, να αντιμετωπίσουν τις αμαρτίες τους ενώπιον του Θεού, να αναγνωρίσουν τη χαμένη τους κατάσταση και έτσι να προσφύγουν με πίστη στο θεϊκά δοσμένο θεραπευτικό μέσο.

Όταν στάθηκε στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα, απευθυνόμενος στην πνευματική ελίτ της πόλης, χρησιμοποίησε ακριβώς τη λέξη που εξετάζουμε. Αφού μίλησε για την προσωπικότητα και τη δύναμη του «αγνώστου Θεού» και για την ευθύνη του ανθρώπου να υπακούει στη φωνή Του, αντιπαρέβαλε τη σημερινή εποχή με τους «χρόνους της άγνοιας τους οποίους ο Θεός παρέβλεψε», δηλώνοντας ότι «παραγγέλλει τώρα σε όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε και αν είναι, να μετανοούν· επειδή, προσδιόρισε μία ημέρα, κατά την οποία πρόκειται να κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, διαμέσου ενός άνδρα, που τον διόρισε, και έδωσε γι’ αυτό βεβαίωση σε όλους, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς» (Πράξ. 17:30,31). Στον δεσμοφύλακα των Φιλίππων δεν έδωσε τέτοιο μήνυμα, γιατί ολόκληρη η στάση του ανθρώπου μαρτυρούσε τη μετάνοια που είχε ήδη παραχθεί στην ψυχή του. Γι’ αυτό για εκείνον, όπως και για κάθε αμαρτωλό που αναγνωρίζει την ενοχή του, ο λόγος ήταν απλώς: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς, εσύ και ο οίκος σου». Αλλά αυτοί οι υπερήφανοι, περιφρονητικοί χλευαστές του Αρείου Πάγου δεν ήταν έτοιμοι για το μήνυμα της καθαρής χάρης. Έπρεπε να συνειδητοποιήσουν την πραγματική τους κατάσταση ενώπιον του Θεού. Προς αυτούς ήρθε η πρόσκληση: «Αλλάξτε γνώμη! Ολόκληρη η στάση σας απέναντι σε αυτά τα ζητήματα είναι λανθασμένη. Μετανοήστε και δώστε προσοχή στη φωνή του Θεού!»

Αυτός που θα είναι σοφός διαχειριστής των ψυχών δεν μπορεί να κάνει τίποτα καλύτερο από το να ακολουθήσει το παράδειγμά του. Το ακαλλιέργητο έδαφος πρέπει πρώτα να σκαφτεί πριν να είναι έτοιμο για τον καλό σπόρο του Ευαγγελίου.

Η ηθική τάξη όλων αυτών φαίνεται έντονα όταν ο ίδιος Απόστολος συναντά τη μικρή ομάδα των μαθητών του Ιωάννη στην Έφεσο. Δείχνει ότι το βάπτισμα της μετάνοιας του Ιωάννη ήταν απλώς ο πρόλογος του πλήρους ευαγγελίου της νέας οικονομίας. Και αυτή η αρχή ισχύει παντού (βλ. Πράξ. 19:1-6).

Αλλά υπάρχει ακόμη πιο σαφής μαρτυρία για τη συνεχή του προσπάθεια να φέρει τους ανθρώπους σε μετάνοια ώστε να σωθούν. Στις Πράξεις κεφ. 20 διαβάζουμε ότι κάλεσε τους πρεσβυτέρους της Εφέσου στη Μίλητο για μια αποχαιρετιστήρια συνάντηση. Σε αυτούς επανέλαβε την ιστορία των κόπων του ανάμεσά τους και τον γενικό χαρακτήρα της διακονίας του. Λέει: «δεν απέκρυψα τίποτε από εκείνα που σας συνέφεραν, ώστε να μη σας το αναγγείλω, και να σας διδάξω δημόσια και κατ’ οίκους, δίνοντας μαρτυρία και προς τους Iουδαίους και τους Έλληνες για τη μετάνοια προς τον Θεό, και την πίστη, αυτή προς τον Kύριό μας Iησού Xριστό» (εδ. 20,21). Ας φανταστεί κανείς κάποιον να ισχυρίζεται, μπροστά σε λόγια σαν κι αυτά, ότι το μήνυμα του Παύλου δεν είχε θέση για τη μετάνοια και ότι η πρόσκληση σε μετάνοια είναι για τον Ιουδαίο αλλά όχι για τον Εθνικό!

Ο Παύλος δεν έβλεπε καμία ασυμβατότητα στο να συνδέει τη μετάνοια με την πίστη και μάλιστα με αυτή τη σειρά. Μια νέα στάση προς τον Θεό θα οδηγούσε σε προσωπική εμπιστοσύνη στον Σωτήρα που Εκείνος παρείχε. Εκείνος που βλέπει τον εαυτό του στο φως της άπειρης αγιότητας του Θεού, δεν μπορεί ποτέ να βρει ειρήνη μέχρι να αναπαυθεί στον Χριστό μέσω της πίστης στο Ευαγγέλιο. «Aφού, λοιπόν, ανακηρυχθήκαμε δίκαιοι με την πίστη, έχουμε ειρήνη με τον Θεό διαμέσου του Kυρίου μας Iησού Xριστού» (Ρωμ. 5:1).

Στην εξαίρετη απολογία του ενώπιον του βασιλιά Αγρίππα, ο Παύλος εξηγεί πώς συνάντησε τον αναστημένο Χριστό και έλαβε από Αυτόν την εντολή να εξέλθει ως «υπηρέτης και μάρτυρας», και αφηγείται πώς ο Κύριος τον έστειλε στα έθνη «για να ανοίξεις τα μάτια τους, ώστε να επιστρέψουν από το σκοτάδι στο φως, και από την εξουσία του σατανά στον Θεό, για να πάρουν άφεση αμαρτιών, και κληρονομιά ανάμεσα στους αγιασμένους, διαμέσου της πίστης σε μένα» (Πράξ. 26:18). Αυτό είναι το πρότυπο για όλους τους κήρυκες του Ευαγγελίου. Πρώτο μας έργο είναι να ανοίξουμε τα μάτια των ανθρώπων — να τους στρέψουμε από το σκοτάδι στο φως· γιατί η μεγάλη πλειονότητα όσων χρειάζονται τον Χριστό ως Σωτήρα δεν συνειδητοποιούν αυτή την ανάγκη. Άγρυπνοι για τις ευκαιρίες, όπως λένε οι άνθρωποι, ξύπνιοι για τα πράγματα αυτής της ζωής, προσηλωμένοι στην απόκτηση πλούτου και φήμης, ζητώντας με ζήλο τις μάταιες απολαύσεις του κόσμου, προχωρούν απερίσκεπτα, αδιαφορώντας για τα ύψιστης σημασίας ζητήματα. Χρειάζονται ένα αφυπνιστικό μήνυμα, κάτι που θα τους ταράξει και θα τους προειδοποιήσει ώστε να συνειδητοποιήσουν κάτι από την ενοχή και τον κίνδυνό τους. Μέχρι να συμβεί αυτό, η πιο γλυκιά διακήρυξη του Ευαγγελίου από τον κήρυκα θα τους είναι απολύτως αδιάφορη· ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο προφήτης του Κυρίου θα είναι γι’ αυτούς, όπως ο Ιεζεκιήλ παλαιά, «σαν ερωτικό τραγούδι ανθρώπου με γλυκιά φωνή» και σαν κάποιον που παίζει καλά ένα όργανο (33:32).

Ο Απόστολός μας λέει στους πρεσβυτέρους της Εφέσου ότι, υπακούοντας στην ουράνια οπτασία, είχε πάντοτε ακολουθήσει αυτή τη σειρά. Στις Πράξεις 26:20 διαβάζουμε ότι «πρώτα σ’ αυτούς που ήσαν στη Δαμασκό και στα Iεροσόλυμα, και σε ολόκληρη τη γη της Iουδαίας, και έπειτα στα έθνη, κήρυττα να μετανοούν, και να επιστρέφουν στον Θεό, κάνοντας έργα άξια της μετάνοιας.» Υπάρχει άραγε κάποιο λάθος εδώ; Κανένα απολύτως! Μπορεί να είναι αυτός ο Απόστολος της χάρης που μιλά έτσι; Αναμφισβήτητα. Μήπως αντιφάσκει με τις ίδιες τις αρχές που εκθέτει στις επιστολές προς Ρωμαίους και Εφεσίους; Καθόλου. Απλώς επιμένει στη σημασία τού να αναγνωρίσει και να ομολογήσει ο άρρωστος το ανίατο της φοβερής του ασθένειας, όσο αφορά στην ανθρώπινη βοήθεια, ώστε να ριχτεί με πίστη στην ικανότητα του Μεγάλου Ιατρού. Γι’ αυτό στην προς Ρωμαίους επιστολή αφιερώνει σχεδόν τρία κεφάλαια στην ανάλυση της καταστροφής του ανθρώπου, πριν ανοίξει την αλήθεια σχετικά με τη θεραπεία του Θεού. Και στην προς Εφεσίους κεφ. 2 η σειρά είναι η ίδια. Δεν υπάρχει σύγχυση εδώ. Όλα βρίσκονται σε τέλεια αρμονία.

Πράγματι, όσο πιο προσεκτικά μελετά κανείς αυτές τις δύο μεγάλες θεμελιώδεις επιστολές, τόσο πιο φανερό γίνεται αυτό· και όμως καθεμιά βλέπει τον αμαρτωλό από διαφορετική οπτική γωνία, χωρίς καμία αντίφαση. Στην προς Ρωμαίους ο άνθρωπος παρουσιάζεται ζωντανός κατά σάρκα, ένοχος παραβάτης, αναπολόγητος επειδή αμαρτάνει ενάντια στο φως, και εκτεθειμένος στη δίκαιη κρίση του Θεού. Είτε πρόκειται για αμαθή ειδωλολάτρη όπως στο κεφάλαιο 1, είτε για καλλιεργημένο φιλόσοφο όπως στο 2:1-16, είτε για νομικιστή Ιουδαίο στο υπόλοιπο του κεφαλαίου 2, «δεν υπάρχει διαφορά· επειδή όλοι αμάρτησαν, και στερούνται τη δόξα του Θεού». Παρ’ όλα αυτά, ο Θεός επισκέπτεται τον άνθρωπο με έλεος, χαρίζοντάς του καθημερινά αποδείξεις της αγαθότητάς Του, όλες σχεδιασμένες να τον οδηγήσουν σε μετάνοια (2:4)· αλλά, δυστυχώς, τόσο διεφθαρμένη και αμαρτωλή είναι η φυσική καρδιά, ώστε μέχρι να αφυπνιστεί από το Πνεύμα του Θεού, ούτε η αγαθότητά Του — όπως εδώ — ούτε η οργή Του — όπως στην Αποκάλυψη 16:11 — θα παράγουν μετάνοια. Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη της «μωρίας του κηρύγματος». Η αλήθεια του Θεού που διακηρύσσεται με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος παράγει εκείνη την εσωτερική εργασία — αν δεν αντισταθεί κανείς — που καταλήγει σε μετάνοια. Γι’ αυτό ο Απόστολος επιμένει τόσο κατηγορηματικά στη χαμένη κατάσταση του ανθρώπου πριν ανοίξει το ένδοξο Ευαγγέλιο της χάρης στο επόμενο μέρος της προς Ρωμαίους.

Στην προς Εφεσίους ο άνθρωπος παρουσιάζεται ηθικά και πνευματικά νεκρός· αρκετά ζωντανός ως προς την πορεία αυτού του αιώνα, αλλά χωρίς ούτε έναν παλμό προς τον Θεό. Από αυτή τη νεκρή κατάσταση ζωοποιείται μαζί με τον Χριστό, και μάλιστα εντελώς ανεξάρτητα από ανθρώπινη αξία. Αλλά αυτή η νέα ζωή μεταδίδεται, όπως γνωρίζουμε, μέσω του Λόγου, και ο Λόγος πρώτα θανατώνει και έπειτα ζωοποιεί.

Ο προσκυνητής του John Bunyan δεν συνειδητοποίησε το φορτίο στην πλάτη του μέχρι που άρχισε να διαβάζει στο Βιβλίο. Όσο περισσότερο διάβαζε, τόσο βαρύτερο γινόταν το φορτίο, μέχρι που, σε απάντηση της αξιολύπητης κραυγής του για απελευθέρωση, οδηγήθηκε στη Στενή Πύλη, που συμβολίζει τη νέα γέννηση. Ακόμη και τότε δεν βρήκε πλήρη λύτρωση μέχρι που αντίκρισε τον κενό σταυρό. Τότε πράγματι μπορούσε να ψάλλει:

«Ευλογημένος σταυρός, ευλογημένο μνήμα·
μα πιο ευλογημένος ο Άνθρωπος που
εκεί καταισχύνθηκε για μένα.»

Το να φωνάζει κανείς «Πίστεψε! Πίστεψε!» σε ανθρώπους που δεν έχουν συναίσθηση της ανάγκης τους, είναι ματαιότητα. Κανείς δεν όργωσε βαθύτερα από τον Παύλο πριν καλέσει τους ανθρώπους σε απόφαση για τον Χριστό. Το παράδειγμά του αξίζει να μιμηθούν όσοι επιθυμούν διακαώς να δουν ψυχές να σώζονται και να στερεώνονται στην αλήθεια. Στην τελευταία του επιστολή προς τον Τιμόθεο προειδοποιεί για ψευδοδιδασκάλους και προτρέπει τον νεότερο κήρυκα να μη χάνει τον χρόνο του σε διαμάχες μαζί τους, αλλά να διακηρύττει πιστά τον Λόγο, βασιζόμενος στον Θεό ότι θα χρησιμοποιήσει τον Λόγο για να φέρει αλλαγή στάσης στους αντιφρονούντες. Προσέξτε την προτροπή του, όπως καταγράφεται στο Β΄ Τιμόθεο 2:24-26: «O δούλος του Kυρίου, όμως, δεν πρέπει να μάχεται, αλλά να είναι πράος προς όλους, διδακτικός, ανεξίκακος, διδάσκοντας με πραότητα αυτούς που αντιφρονούν· μήπως και ο Θεός δώσει σ’ αυτούς μετάνοια, ώστε να γνωρίσουν την αλήθεια, και να συνέλθουν από την παγίδα του διαβόλου, από τον οποίο είναι παγιδευμένοι στο θέλημα εκείνου.» Και πάλι μας υπενθυμίζεται ότι η μετάνοια δεν είναι έργο αξιομισθίας, όπως είναι το επιτίμιο, αλλά μια εσωτερική κατάσταση που παράγεται από το Άγιο Πνεύμα του Θεού και από κανέναν άλλον.

Κάποιοι ίσως αντιτείνουν: «Τότε λέτε στους ανθρώπους ότι διατάσσονται να μετανοήσουν, ενώ γνωρίζετε πολύ καλά ότι δεν μπορούν να μετανοήσουν αν ο Θεός δεν παράγει μέσα τους εκείνη την αλλαγή που τους οδηγεί σε Αυτόν». Είναι πράγματι έγκυρη αυτή η ένσταση; Δεν ισχύει το ίδιο και για την πίστη; Δεν διατάσσονται οι άνθρωποι να «πιστέψουν στο ευαγγέλιο»; Δεν είναι υπεύθυνοι να ασκήσουν πίστη στον Χριστό; Και όμως γνωρίζουμε ότι η πίστη είναι δώρο του Θεού, όπως και όλα όσα συνδέονται με τη σωτηρία.

Με ποια έννοια είναι αυτό αληθινό; «Η πίστη έρχεται εξ ακοής, και η ακοή διά του λόγου του Θεού». Αν οι άνθρωποι αρνηθούν να ακούσουν το μήνυμα που Εκείνος τους στέλνει, θα πεθάνουν στις αμαρτίες τους. Έχει πει: «Ακούστε, και η ψυχή σας θα ζήσει». Το πιστό κήρυγμα του Ευαγγελίου και η σαφής διακήρυξη της ανάγκης του ανθρώπου αποσκοπούν στο να παραγάγουν «μετάνοια προς τον Θεό και πίστη προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό». Αν οι άνθρωποι αρνηθούν να προσέξουν, αν όπως ο Ισραήλ «πάντοτε αντιστέκονται στο Άγιο Πνεύμα», θα παραδοθούν σε σκληρότητα καρδιάς και θα κριθούν αναλόγως. Αλλά αν δεχθούν τη μαρτυρία, αυτή θα επιτελέσει το έργο της στις ψυχές τους, γιατί η ζωή βρίσκεται στον Λόγο.

Ένα πράγμα δεν πρέπει να μείνει ανείπωτο — τίποτε δεν είναι πιο ικανό να παράγει μετάνοια, από το να υψώνεται ο Χριστός και να καλούνται οι άνθρωποι να Τον δουν να πεθαίνει για τις αμαρτίες τους πάνω στο ατιμωτικό ξύλο. Διότι πουθενά δεν κατανοούμε τόσο καθαρά την ενοχή μας όσο στο φως εκείνου του σταυρού. Κάποιος μπορεί δικαίως να αναφωνήσει:

«Ω πόσο αχρεία η χαμένη μου κατάσταση,
αφού τόσο μεγάλο ήταν το λύτρο μου.»

Ήταν όταν ο John Newton «είδε Κάποιον κρεμασμένο στο δέντρο» για χάρη του, που η περήφανη, υπεροπτική του θέληση υποτάχθηκε και έπεσε προσκυνητής στα πόδια του Σωτήρα. Ο σταυρωμένος Χριστός είναι η δύναμη του Θεού και η σοφία του Θεού. Το μήνυμα του σταυρού θα συντρίψει και την πιο σκληρή καρδιά, αν οι άνθρωποι το ακούσουν πραγματικά. Δυστυχώς, είναι απολύτως δυνατό να ακούει κανείς με το εξωτερικό αυτί και να μη συλλαμβάνει ποτέ πραγματικά την ιστορία του Ευαγγελίου. Και είναι δυνατόν να αφηγηθεί κανείς αυτή την ιστορία με τέτοιον τρόπο ώστε οι άνθρωποι χωρίς Χριστό να θαυμάζουν και να επευφημούν τον κήρυκα, ενώ απορρίπτουν το μήνυμα. Γι’ αυτό χρειάζεται διαρκής εξάρτηση από τον Θεό, ώστε να κηρύττει κανείς «όχι με πειστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη Πνεύματος και δύναμης· ώστε η πίστη σας να είναι όχι διαμέσου της σοφίας των ανθρώπων, αλλά διαμέσου της δύναμης του Θεού» (Α΄ Κορ. 2:4,5).

Κανείς δεν θα ήθελε να απαξιώσει την ανθρώπινη ευγλωττία, γιατί μας λέγεται ότι ο Απολλώς ήταν εύγλωττος άνδρας και δυνατός στις Γραφές. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι η ευγλωττία δεν είναι δύναμη. Είναι ο άνθρωπος του οποίου τα χείλη άγγιξε άνθρακας πυρός από το θυσιαστήριο, που είναι έτοιμος να κηρύξει με τρόπο που να φέρνει τους ανθρώπους σε μετάνοια. Ο Παύλος πράγματι φοβόταν μήπως η φυσική του ικανότητα σταθεί εμπόδιο στο έργο του Πνεύματος του Θεού, και έτσι περιόρισε τις έμφυτες ικανότητές του στην πειθώ, ώστε οι ακροατές του να εμπιστεύονται τον λόγο του Θεού και όχι την προσωπική του γοητεία ως ρήτορα. Όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, μπορούσε να πει: «Εκείνος πρέπει να αυξάνει, εγώ δε να ελαττώνομαι».

Harry Ironside

► Διαβάστε του ιδίου:
Το κάλεσμα του αποστόλου Πέτρου σε μετάνοια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.