Three Equal Columns

«Όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού.» (Ρωμαίους 3:23) • «Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος· το χάρισμα, όμως, του Θεού αιώνια ζωή διαμέσου του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.» (Ρωμαίους 6:23) • «Δίνοντας μαρτυρία και προς τους Iουδαίους και τους Έλληνες για τη μετάνοια προς τον Θεό, και την πίστη, αυτή προς τον Kύριό μας Iησού Xριστό.» (Πράξεις 20:21) • «Αδερφοί, σας θυμίζω το χαρμόσυνο μήνυμα που σας έφερα με το κήρυγμά μου. Αυτό το μήνυμα το δεχτήκατε, σ’ αυτό παραμείνατε σταθεροί, με αυτό και σώζεστε, αν βέβαια μένετε προσκολλημένοι σ’ αυτό, με το νόημα που σας το κήρυξα· εκτός εάν μάταια πιστέψατε. Σας παρέδωσα τη διδασκαλία που είχα κι εγώ παραλάβει και που έχει πρωταρχική σημασία: ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε, σύμφωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας· ότι ενταφιάστηκε και ότι, σύμφωνα με τις Γραφές αναστήθηκε την τρίτη ημέρα.» (Α' Κορινθίους 15:1-4) • «Αν με το στόμα σου ομολογήσεις Κύριο, τον Ιησού, και μέσα στην καρδιά σου πιστέψεις ότι ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα σωθείς.» (Ρωμαίους 10:9) • «Κατά χάρη είστε σωσμένοι, διαμέσου της πίστης· κι αυτό δεν είναι από σας· είναι δώρο του Θεού· όχι από έργα, ώστε να μη καυχηθεί κάποιος.» (Εφεσίους 2:8,9)

Θεολογία


Η λέξη «θεολογία» είναι σύνθετη από τις λέξεις «Θεός» και «λόγος». Συνδυασμένη, η λέξη «θεολογία» σημαίνει «μελέτη του Θεού». Η χριστιανική θεολογία είναι μία προσπάθεια να καταλάβουμε τον Θεό όπως Εκείνος αποκαλύπτεται στη Βίβλο. Καμία θεολογία δεν θα καταφέρει ποτέ να παρουσιάσει ολοκληρωτικά τον Θεό και τους τρόπους Του, επειδή ο Θεός βρίσκεται απείρως και αιωνίως υψηλότερα από εμάς. Επομένως, οποιαδήποτε απόπειρα να Τον περιγράψουμε πλήρως δεν επαρκεί (Ρωμαίους 11:33-36). Ωστόσο, ο Θεός επιθυμεί για εμάς να Τον γνωρίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο, έτσι η θεολογία είναι η τέχνη και η επιστήμη του να μάθουμε ό,τι μπορούμε, για να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε Αυτόν με ένα οργανωμένο και κατανοητό τρόπο. Μερικοί άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν την θεολογία επειδή πιστεύουν πως είναι διχαστική. Καταλλήλως κατανοητή, όμως, η θεολογία είναι ενωτική. Η ορθή, βιβλική θεολογία είναι ένα υπέροχο πράγμα, καθώς είναι η διδαχή του Λόγου του Θεού (Β' Τιμόθεο 3:16,17).

Η μελέτη της θεολογίας, λοιπόν, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία σε βάθος έρευνα του Λόγου Του, ώστε να ανακαλύψουμε τι Αυτός έχει αποκαλύψει για τον εαυτό Του. Όταν το κάνουμε αυτό, καταφέρνουμε να γνωρίσουμε Αυτόν ως Δημιουργό των πάντων, Συντηρητή των πάντων και Κριτή των πάντων. Εκείνος είναι το Άλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος των πάντων. Όταν ο Μωυσής ρώτησε ποιος τον στέλνει στον Φαραώ, ο Θεός απάντησε "Εγώ είμαι ο Ων" (Έξοδος 3:14). Το όνομα Ων υποδεικνύει προσωπικότητα. Ο Θεός έχει δικό του όνομα, όπως Εκείνος έχει δώσει ονόματα σε άλλους. Το όνομα Ων αντιπροσωπεύει μία ελεύθερη, δυναμική και ανεξάρτητη προσωπικότητα. Ο Θεός δεν είναι μία αιθέρια δύναμη ούτε μία κοσμική ενέργεια. Αυτός είναι το παντοδύναμο, αυθύπαρκτο και αυτοπροσδιοριζόμενο Ον με νου και βούληση, ο "προσωπικός" Θεός που έχει αποκαλύψει τον εαυτό Του στην ανθρωπότητα διαμέσου του Λόγου Του, και διαμέσου του Υιού Του, Ιησού Χριστού.

Η μελέτη της θεολογίας αποσκοπεί στο να γνωρίσουμε τον Θεό έτσι, ώστε να Τον δοξάσουμε διαμέσου της αγάπης και υπακοής μας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πρέπει να Τον γνωρίσουμε πριν καταφέρουμε να Τον αγαπήσουμε, και πρέπει να Τον αγαπήσουμε πριν επιθυμήσουμε να Τον υπακούσουμε. Ως αποτέλεσμα, οι ζωές μας εμπλουτίζονται απέραντα με την παρηγοριά και την ελπίδα που Αυτός ενσταλάζει σε εκείνους που Τον γνωρίζουν, Τον αγαπούν και Τον υπακούν. Ανεπαρκής θεολογία καθώς και υπερβατική, ανακριβής κατανόηση του Θεού απλώς κάνει τις ζωές μας χειρότερες αντί να μας φέρνει την παρηγοριά και την ελπίδα που ποθούμε. Το να γνωρίζουμε για τον Θεό, είναι καίριας σημασίας. Θα ήμασταν σκληροί προς τον εαυτό μας εάν προσπαθούσαμε να ζήσουμε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς να γνωρίζουμε περί Θεού. Ο κόσμος είναι ένα μέρος γεμάτο πόνο, και η ζωή μέσα σ' αυτόν απογοητευτική και δυσάρεστη. Απορρίπτοντας την θεολογία, καταδικάζεις τον εαυτό σου σε μία ζωή δίχως κατεύθυνση. Χωρίς θεολογία σπαταλάμε τη ζωή μας και χάνουμε τη ψυχή μας.

Όλοι οι Χριστιανοί θα πρέπει να είμαστε αφοσιωμένοι με τη θεολογία, την έντονη και προσωπική μελέτη του Θεού, έτσι ώστε να μάθουμε να αγαπάμε και να υπακούμε Εκείνον με τον οποίον θα περάσουμε την αιωνιότητα.

Τα δύο κυριότερα ερμηνευτικά συστήματα για την κατανόηση των Γραφών είναι η Θεολογία των Οικονομιών και η Θεολογία των Διαθηκών.

Τι είναι η "θεολογία των οικονομιών"
Η θεωρία των οικονομιών  (Dispensational Theology ή Dispensationalism) είναι ένα σύστημα θεολογίας που έχει δυο κύρια χαρακτηριστικά:

1. Μια συνεπή κυριολεκτική ερμηνεία της Αγίας Γραφής, ειδικά των προφητειών.
2. Έναν διαχωρισμό ανάμεσα στον Ισραήλ και την Εκκλησία στο πρόγραμμα του Θεού.

1. Αρχή για την ερμηνευτική είναι αυτή της κυριολεκτικής ερμηνείας. «Κυριολεκτική ερμηνεία» σημαίνει να δίνεις σε κάθε λέξη το νόημα που θα είχε στην καθημερινή χρήση. Μερικές φορές ονομάζεται η αρχή της γραμματικοϊστορικής ερμηνείας, αφού το νόημα κάθε λέξης καθορίζεται από γραμματικούς και ιστορικούς παράγοντες. Η αρχή αυτή θα μπορούσε επίσης να ονομαστεί κανονική ερμηνεία, δεδομένου ότι το κυριολεκτικό νόημα των λέξεων αποτελεί τη φυσιολογική προσέγγιση για την κατανόησή τους σε όλες τις γλώσσες. Θα μπορούσε ακόμη να χαρακτηριστεί ως απλή ερμηνεία, ώστε να μην δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση ότι η κυριολεκτική αρχή αποκλείει τα σχήματα λόγου.

Τα σύμβολα, τα σχήματα λόγου και οι τύποι, όλα ερμηνεύονται απλά με αυτή τη μέθοδο, και με κανέναν τρόπο δεν έρχονται σε αντίθεση με την κυριολεκτική ερμηνεία. Ακόμη και τα σύμβολα και τα σχήματα λόγου έχουν κυριολεκτικό νόημα πίσω τους. Άλλωστε, η ίδια η ύπαρξη οποιουδήποτε νοήματος σε ένα σχήμα λόγου εξαρτάται από την πραγματικότητα του κυριολεκτικού νοήματος των όρων που χρησιμοποιούνται.

Εάν ο Θεός είναι ο δημιουργός της γλώσσας και εάν ο κύριος σκοπός της δημιουργίας της ήταν να μεταδώσει το μήνυμά Του στην ανθρωπότητα, τότε κατ’ ανάγκην προκύπτει ότι Εκείνος, όντας πάνσοφος και πανάγαθος, δημιούργησε επαρκή γλώσσα ώστε να μεταδώσει όλα όσα είχε στην καρδιά Του να πει στον άνθρωπο. Επιπλέον, πρέπει επίσης να προκύπτει ότι θα χρησιμοποιούσε τη γλώσσα και θα περίμενε από τους ανθρώπους να την κατανοούν με την κυριολεκτική, κανονική και απλή της σημασία. Επομένως, οι Γραφές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παράδειγμα κάποιας ειδικής χρήσης της γλώσσας, τέτοιας ώστε κατά την ερμηνεία τους να πρέπει να αναζητείται κάποιο βαθύτερο νόημα των λέξεων.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι για τους οποίους αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να βλέπεις τη Γραφή. Πρώτον, φιλοσοφικά, ο ίδιος ο σκοπός της γλώσσας φαίνεται να απαιτεί να ερμηνεύεται κυριολεκτικά. Η γλώσσα δόθηκε από τον Θεό με σκοπό να μπορεί να επικοινωνεί με τον άνθρωπο. Ο δεύτερος λόγος είναι Βιβλικός. Κάθε προφητεία για τον Ιησού Χριστό στην Παλαιά Διαθήκη εκπληρώθηκε κυριολεκτικά. Η γέννηση του Ιησού, η διακονία του Ιησού, ο θάνατος του Ιησού και η ανάσταση του Ιησού, όλα εκπληρώθηκαν ακριβώς και κυριολεκτικά όπως προφητεύτηκαν στην Παλαιά Διαθήκη. Δεν υπάρχει μη-κυριολεκτική εκπλήρωση αυτών των προφητειών στην Καινή Διαθήκη. Αυτό αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ της κυριολεκτικής μεθόδου ερμηνείας στη μελέτη της Γραφής.

Ένας τρίτος λόγος είναι ...λογικός. Εάν δεν χρησιμοποιείται η απλή, κανονική ή κυριολεκτική μέθοδος, δεν υπάρχει αντικειμενικό μέτρο με το οποίο να κατανοήσουμε την Αγία Γραφή. Ποιο όριο θα υπήρχε στην ποικιλία των ερμηνειών που θα μπορούσε να παράγει η ανθρώπινη φαντασία, εάν δεν υπήρχε ένα αντικειμενικό κριτήριο, το οποίο παρέχει η κυριολεκτική αρχή; Η αναζήτηση νοήματος διαφορετικού από το φυσιολογικό θα οδηγούσε σε τόσες ερμηνείες όσοι και οι ερμηνευτές. Κάθε πιστός πρέπει να είναι σε θέση να ερμηνεύει την Αγία Γραφή με σωστό τρόπο. Η Βιβλική ερμηνεία θα ήταν λάθος με το «τι λέει αυτή η περικοπή σ' εμένα…», αντί για «η Αγία Γραφή λέει…» Ο κυριολεκτισμός αποτελεί λογικό θεμέλιο.

2. Η θεολογία των οικονομιών πιστεύει ότι υπάρχουν δυο ξεχωριστοί λαοί του Θεού: ο Ισραήλ και η Εκκλησία. Η σωτηρία πάντα ήταν διά της πίστεως (στον Θεό στην Παλαιά Διαθήκη, ειδικότερα στον Θεό Υιό στην Καινή Διαθήκη). Η Εκκλησία δεν έχει αντικαταστήσει τον Ισραήλ στο πρόγραμμα του Θεού και οι υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης στον Ισραήλ δεν έχουν μεταφερθεί στην Εκκλησία. Οι υποσχέσεις του Θεού προς τον Ισραήλ (για τη χώρα, τους πολλούς απογόνους, και την ευλογία) στην Παλαιά Διαθήκη θα εκπληρωθούν τελικά στη 1000ετή περίοδο που αναφέρεται στην Αποκάλυψη κεφ. 20. Όπως ο Θεός αυτή την εποχή έχει την προσοχή Του στην εκκλησία, στο μέλλον ξανά θα εστιάσει την προσοχή Του στον Ισραήλ (Ρωμαίους 9:11).

Χρησιμοποιώντας αυτό το ερμηνευτικό σύστημα ως βάση, αντιλαμβανόμαστε ότι η Αγία Γραφή είναι οργανωμένη σε επτά οικονομίες: της Αθωότητας (Γένεση 1:1 – 3:7), της Συνείδησης (Γένεση 3:8 – 8:22), της Ανθρώπινης Διακυβέρνησης (Γένεση 9:1 – 11:32), της Υπόσχεσης (Γένεση 12:1 – Έξοδος 19:25), του Νόμου (Έξοδος 20:1 – Πράξεις 2:4), της Χάρης (Πράξεις 2:4 – Αποκάλυψη 20:3), και της Χιλιετούς Βασιλείας (Αποκάλυψη 20:4 – 20:6).

Αυτές οι οικονομίες δεν είναι τρόποι σωτηρίας, αλλά τρόποι με τους οποίους ο Θεός συνδέεται με τον άνθρωπο. Η Θεολογία των Οικονομιών, ως σύστημα, καταλήγει στην ερμηνεία της προ της χιλιετίας Δεύτερης Έλευσης του Χριστού, και συνήθως στην προ της επταετίας ερμηνεία της Αρπαγής της Εκκλησίας.

Τι είναι η "θεολογία των διαθηκών"
Η θεολογία των διαθηκών δεν είναι "θεολογία" με την έννοια ενός συστηματικού συνόλου διδασκαλίας, καθώς είναι ένα πλαίσιο για την ερμηνεία της Γραφής. Συνήθως αντιπαρατίθεται με το άλλο ερμηνευτικό πλαίσιο της Γραφής, τη "θεολογία των οικονομιών". Η θεολογία των οικονομιών είναι επί του παρόντος η πιο δημοφιλής ερμηνευτική μέθοδος του Βιβλικού Χριστιανισμού από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έως τον 21ο αιώνα. Ωστόσο, η θεολογία των διαθηκών παραμένει ως πλειοψηφική αναφορά στον Προτεσταντισμό από την εποχή της Μεταρρύθμισης, και είναι το πιο ευνοούμενο σύστημα ακόμα και από εκείνα της Μεταρρύθμισης ή της Καλβινιστικής άποψης.

Όταν η θεολογία των οικονομιών βλέπει τις Γραφές να εκτυλίσσονται σε μια σειρά (τυπικά) επτά "οικονομιών" (μια "οικονομία" μπορεί να οριστούν τα ιδιαίτερα μέσα που ο Θεός χρησιμοποιεί για να ασχοληθεί με τον άνθρωπο και τη δημιουργία σε μια δεδομένη περίοδο στην ιστορία της απολύτρωσης), η θεολογία των διαθηκών βλέπει τις Γραφές μέσα από το πλέγμα της διαθήκης. Η θεολογία των διαθηκών ορίζει δύο επικρατούσες διαθήκες: τη διαθήκη των έργων (ΔΕ) και τη διαθήκη της χάρης (ΔΧ). Μια τρίτη διαθήκη αναφέρεται μερικές φορές και ονομάζεται διαθήκη της λύτρωσης (ΔΛ), η οποία λογικά προηγείται των άλλων δύο διαθηκών. Το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να θυμάστε είναι ότι όλες οι διαφορετικές διαθήκες που περιγράφονται στη Γραφή (π.χ. οι διαθήκες που έγιναν με τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Μωυσή, τον Δαβίδ, αλλά και η Καινή Διαθήκη) είναι αποτέλεσμα, είτε της διαθήκης των έργων είτε της διαθήκης της χάρης.

Συνοπτικά, η θεολογία των διαθηκών θεωρεί τις Γραφές ως εκδηλώσεις είτε της ΔΕ είτε της ΔΧ. Όλη η ιστορία της λύτρωσης μπορεί να ειδωθεί σαν ο Θεός να εκτυλίσσει την ΔΧ από τα εκκολαπτόμενα στάδια (Γένεση 3:15) σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι την πραγματοποίηση αυτής εν Χριστώ. Επομένως, η θεολογία των διαθηκών είναι ένας πολύ χριστοκεντρικός τρόπος αντίληψης της Γραφής, επειδή βλέπει την Παλαιά Διαθήκη ως την υπόσχεση για τον Χριστό, και την Καινή Διαθήκη ως εκπλήρωση της Παλαιάς στο πρόσωπο του Χριστού. Η θεολογία των διαθηκών έχει κατηγορηθεί από κάποιους ότι διδάσκει τη λεγόμενη "θεωρία της Αντικατάστασης" (δηλαδή, ότι η Εκκλησία αντικαθιστά τον Ισραήλ). Αυτό δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Σε αντίθεση με τη θεολογία των οικονομιών, η θεολογία των διαθηκών δεν βλέπει κάποια έντονη διαφοροποίηση μεταξύ του Ισραήλ και της Εκκλησίας. Ο Ισραήλ αποτελούσε τον λαό του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη και η Εκκλησία (η οποία αποτελείται από Εβραίους και Εθνικούς) αποτελεί τον λαό του Θεού στην Καινή Διαθήκη, και οι δύο συνθέτουν τον λαό του Θεού (Εφεσίους 2:11-20). Η Εκκλησία δεν αντικαθιστά τον Ισραήλ, η Εκκλησία είναι ο Ισραήλ και ο Ισραήλ είναι η Εκκλησία (Γαλάτες 6:16). Όλοι οι άνθρωποι που ασκούν την ίδια πίστη με τον Αβραάμ, είναι μέρος του λαού του Θεού (Γαλάτες 3:25-29).

Τι είναι η θεωρία της Αντικατάστασης
Η θεωρία της αντικατάστασης διδάσκει κυρίως ότι η Εκκλησία έχει αντικαταστήσει τον Ισραήλ στο σχέδιο του Θεού. Οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής πιστεύουν ότι οι Ιουδαίοι δεν θεωρούνται πλέον ο εκλεκτός λαός του Θεού, και πως ο Θεός δεν έχει μελλοντικά σχέδια για το λαό του Ισραήλ. Όλες οι διαφορετικές απόψεις για την σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και του Ισραήλ μπορούν να χωριστούν σε δύο ομάδες: είτε η Εκκλησία είναι η συνέχεια του Ισραήλ (αντικατάσταση/θεολογία της διαθήκης), είτε η Εκκλησία είναι εντελώς διαφορετική και ξεχωριστή από το Ισραήλ (θεολογία των οικονομιών /Προχιλιασμός).

Η θεωρία της Αντικατάστασης διδάσκει ότι η Εκκλησία αντικαθιστά τον Ισραήλ και ότι οι πολλές υποσχέσεις μέσα στη Βίβλο οι οποίες δόθηκαν στον Ισραήλ εκπληρώνονται στη χριστιανική Εκκλησία και όχι στον Ισραήλ. Έτσι, οι προφητείες στη Γραφή σχετικά με τις ευλογίες και την αποκατάσταση του Ισραήλ στην υποσχεμένη γη έχουν "πνευματικοποιηθεί" ή "αποδοθεί αλληγορικά" σε υποσχέσεις των ευλογιών του Θεού για την Εκκλησία. Με βάση αυτή την οπτική προκύπτουν σημαντικά προβλήματα, όπως η συνεχιζόμενη ύπαρξη του λαού Ισραήλ στη διάρκεια των αιώνων και ιδιαίτερα η αναβίωση του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ. Εάν το Ισραήλ έχει καταδικαστεί από τον Θεό και δεν υπάρχει μέλλον για τον Ιουδαϊκό λαό, πώς εξηγείται η υπερφυσική επιβίωση του Ιουδαϊκό λαού τα τελευταία 2000 χρόνια παρά τις πολλαπλές προσπάθειες να τον καταστρέψουν; Πώς εξηγούμε το πώς και το γιατί ο Ισραήλ επανεμφανίστηκε ως έθνος τον 20ό αιώνα, μετά από απουσία 1900 χρόνων;

Η άποψη ότι ο Ισραήλ και η Εκκλησία διαφέρουν, διδάσκεται σαφώς στην Καινή Διαθήκη. Από βιβλική άποψη, η Εκκλησία είναι εντελώς διαφορετική και ξεχωριστή από τον Ισραήλ, και αυτά τα δύο δεν πρέπει ποτέ να συγχέονται ή να χρησιμοποιούνται με εναλλαγές. Διδασκόμαστε από τη Γραφή ότι η Εκκλησία είναι μια εντελώς νέα δημιουργία που γεννήθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής και θα συνεχίσει να υπάρχει μέχρι την ημέρα που αυτή θα αναληφθεί στους ουρανούς κατά την αρπαγή (Προς Εφεσίους 1:9-11, Α' Θεσσαλονικείς 4:13-17). Η Εκκλησία δεν έχει καμία σχέση με τις κατάρες και τις ευλογίες που αφορούν στον Ισραήλ. Οι διαθήκες, οι υποσχέσεις και οι προειδοποιήσεις ισχύουν μόνο για τον Ισραήλ. Ο Ισραήλ έχει προσωρινά παραμεριστεί από το σχέδιο του Θεού κατά τη διάρκεια αυτών των 2000 χρόνων της διασποράς.

Μετά την αρπαγή (Α' Θεσσαλονικείς 4:13-18), ο Θεός θα επαναφέρει τον Ισραήλ στο επίκεντρο του σχεδίου Του. Το πρώτο γεγονός εκείνη την περίοδο θα είναι η Μεγάλη Θλίψη (Αποκάλυψη κεφάλαια 6-19). Ο κόσμος θα κριθεί γιατί απέρριψε τον Χριστό, ενώ ο Ισραήλ θα προετοιμάζεται μέσω των δοκιμασιών της μεγάλης θλίψης για τη δεύτερη έλευση του Μεσσία. Τότε, όταν ο Χριστός θα επιστρέψει στη γη, στο τέλος της θλίψης, ο Ισραήλ θα είναι έτοιμος να Τον αποδεχθεί. Οι επιζήσαντες από τον Ισραήλ κατά τη θλίψη θα σωθούν και ο Κύριος θα εγκαθιδρύσει τη βασιλεία Του σε αυτή τη γη με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Με τον Χριστό πλέον ως βασιλιά, ο Ισραήλ θα είναι το κυρίαρχο πνευματικά έθνος, και εκπρόσωποι από όλα τα έθνη θα έρχονται στην Ιερουσαλήμ για να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον βασιλιά Ιησού Χριστό. Η Εκκλησία θα επιστρέψει μαζί με τον Χριστό και θα βασιλεύσει μαζί Του για μια χιλιετία στην κυριολεξία (Αποκάλυψη 20:1-5).

Τόσο η Παλαιά Διαθήκη όσο και η Καινή Διαθήκη υποστηρίζουν την προχιλιαστική/διαθηκική αντίληψη του σχεδίου του Θεού για τον Ισραήλ. Ακόμα κι έτσι, η ισχυρότερη απόδειξη του Προχιλιασμού βρίσκεται στη διδασκαλία της Αποκάλυψης 20:1-7, όπου λέει έξι φορές ότι η βασιλεία του Χριστού θα διαρκέσει 1000 χρόνια. Η Εκκλησία δεν έχει αντικαταστήσει τον Ισραήλ στο σχέδιο του Θεού. Εν τω μεταξύ ο Θεός μπορεί να έχει επικεντρώσει την προσοχή Του κυρίως στην Εκκλησία σε αυτή την περίοδο της χάρης, αλλά δεν έχει ξεχάσει τον Ισραήλ και θα τον αποκαταστήσει μια μέρα στον προορισμένο του ρόλο, ως ενός έθνους που Αυτός προεγνώρισε (Προς Ρωμαίους κεφ. 11).

Η Θεολογία των Διαθηκών και η Θεολογία των Οικονομιών έχουν πολλές διαφορές και μερικές φορές οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα όσον αφορά σε ορισμένα δευτερογενή δόγματα, αλλά και οι δύο προσκολλώνται στα βασικά στοιχεία της χριστιανικής πίστης: Στο ότι η σωτηρία έρχεται μόνο μέσω της χάρης και της πίστης στον Ιησού Χριστό και ότι όλη η δόξα ανήκει μόνο στον Θεό!

Διάβασε σχετικά:
Η Θεία Χάρη προς τον Ισραήλ και τους Χριστιανούς — Οι διαφορές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.