Three Equal Columns

Column 1

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:

Πώς μπορώ να ξέρω ότι έχω σωθεί;

Column 2

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ:

Η σύγχυση των δογμάτων

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ισραήλ και Εκκλησία: Τρεις διαφορετικές θεϊκές οδηγίες ζωής

Πέρα και ανεξάρτητα από το αποκαλυμμένο θέλημα του Θεού, όπως αυτό καταγράφεται για παλαιότερες εποχές, η Αγία Γραφή εκθέτει εκτενώς τρεις διακριτές και πλήρεις θεϊκές οδηγίες που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Καμία από αυτές τις οδηγίες δεν απευθύνεται στους αγγέλους ούτε στους Εθνικούς ως τέτοιους. Δύο απευθύνονται στον Ισραήλ — η μία στην παρελθούσα εποχή, γνωστή ως Μωσαϊκός Νόμος, και η άλλη στη διατύπωση των όρων εισόδου και της απαιτούμενης διαγωγής μέσα στη Μεσσιανική βασιλεία, όταν αυτή εγκαθιδρυθεί στη γη. Η τρίτη απευθύνεται στους Χριστιανούς και παρέχει θεϊκή καθοδήγηση στη σημερινή εποχή για τον επουράνιο λαό, ο οποίος ως προς τη θέση του έχει ήδη τελειοποιηθεί εν Χριστώ Ιησού.

Εφόσον η Αγία Γραφή είναι το ένα βιβλίο του Θεού για όλες τις εποχές, δεν θα έπρεπε να είναι δυσκολότερο να αναγνωρίσει κανείς τις αναφορές της σε μελλοντικές εποχές απ’ ό,τι τις αναφορές της σε ολοκληρωμένες παρελθούσες εποχές. Αυτοί οι τρεις κανόνες ζωής παρουσιάζουν πολύ διαφορετικές οικονομίες. Αυτό γίνεται φανερό τόσο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπως παρατίθενται στον Λόγο του Θεού, όσο και από την ίδια τη φύση του ζητήματος.

Όσον αφορά στη φύση του ζητήματος, μπορεί να ειπωθεί ότι η θεϊκή διαχείριση επί της γης δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια μετά τον θάνατο του Χριστού, μετά την ανάστασή Του, μετά την ανάληψή Του και την έναρξη της παρούσας διακονίας Του, μετά την έλευση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής και μετά την προσωρινή κατάργηση του Ιουδαϊσμού, όπως ήταν πριν από αυτά τα γεγονότα. Ούτε θα μπορούσε η θεϊκή διαχείριση να είναι η ίδια μετά την απομάκρυνση της Εκκλησίας από τη γη, μετά την επανασυγκέντρωση του Ισραήλ και την αποκατάσταση του Ιουδαϊσμού, μετά την κρίση των εθνών, μετά το δέσιμο του Σατανά και μετά την τοποθέτηση του Χριστού κατά τη δεύτερη έλευσή Του στον θρόνο του Δαβίδ για να βασιλεύσει πάνω σε ολόκληρη τη γη, όπως είναι τώρα πριν από την εκπλήρωση αυτών των γεγονότων.

Επειδή η πίστη ορισμένων δεν μπορεί να επεκταθεί μέχρι το σημείο να οραματιστεί την ανεκπλήρωτη προφητεία ως πραγματικότητα, ίσως είναι σοφό να περιοριστεί αυτό το επιχείρημα στην πρώτη ομάδα γεγονότων, δηλαδή σε εκείνα που αποτελούν το χάσμα μεταξύ της παρελθούσας εποχής και της παρούσας εποχής. Λόγω του ότι αυτά τα γεγονότα είναι πλέον ιστορία (αν και κάποτε ήταν προφητεία), η πραγματικότητά τους δύσκολα αμφισβητείται ακόμη και από τον  μη αναγεννημένο άνθρωπο.

Ωστόσο, η δεύτερη ομάδα γεγονότων, που χωρίζει την παρούσα εποχή από την επερχόμενη, αποτελεί τα κλειδιά για την κατανόηση των σκοπών της βασιλείας του Θεού στη γη· και χωρίς αυτά τα κλειδιά, ο επιπόλαιος αναγνώστης δεν έχει πολλά να κάνει πέρα από το να αποδεχθεί τη ρωμαιοκαθολική φαντασία μιας παγκόσμια κυριαρχούσας εκκλησίας υπό μια υποτιθέμενη υπεροχή μιας ακαταμάχητης βασιλείας του Θεού επί της γης.

Κανείς νοήμων Χριστιανός δεν θα αμφισβητήσει ότι είναι μέσα στα όρια της θεϊκής δύναμης να μεταμορφώσει την κοινωνία σε αυτή την εποχή ή σε οποιαδήποτε άλλη. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο η παγκόσμια μεταμόρφωση αποτελεί τον θεϊκό σκοπό για αυτή την εποχή· και έως ότου εκείνος που πιστεύει ότι αυτός είναι ο θεϊκός σκοπός παρουσιάσει μια εύλογη ερμηνεία και διευθέτηση, σύμφωνη με το τεράστιο σώμα των Γραφών που αποκαλύπτει τη σύγχυση και την κακία με τις οποίες λέγεται ότι αυτή η εποχή θα τελειώσει, δεν υπάρχει ιδιαίτερο όφελος στο να κατηγορούνται όσοι πιστεύουν ότι οι παρόντες σκοποί του Θεού είναι το κάλεσμα της Εκκλησίας, ότι «ατιμάζουν το Πνεύμα του Θεού» ή ότι «υποβαθμίζουν την αξία του σταυρού». Ιδίως τέτοιες κατηγορίες στερούνται βάρους όταν είναι γνωστό ότι εκείνοι στους οποίους απευθύνονται, πιστεύουν πως κάθε θρίαμβος του Θεού σε αυτήν και σε κάθε εποχή επιτυγχάνεται μόνο διά του σταυρού.

Το Μωσαϊκό σύστημα σχεδιάστηκε για να κυβερνά τον Ισραήλ στη γη και αποτέλεσε μια ενδιάμεση μορφή θεϊκής διακυβέρνησης ανάμεσα σε εκείνη τη διαχείριση χάρης που περιγράφεται στο Έξοδος 19:4, και στην έλευση του Χριστού (Ιωάν. 1:17· Ρωμ. 4:9-16· Γαλ. 3:19-25). Αποτελείτο από τρία μέρη:
(α) «τις εντολές», που ρύθμιζαν την ηθική ζωή του Ισραήλ (Έξ. 20:1-17)·
(β) «τις κρίσεις», που ρύθμιζαν την πολιτική και κοινωνική ζωή του Ισραήλ (Έξ. 21:1–24:11)· και
(γ) «τις διατάξεις», που ρύθμιζαν τη θρησκευτική ζωή του Ισραήλ (Έξ. 24:12–31:18).

Αυτές οι διατάξεις ήταν άγιες, δίκαιες και καλές (Ρωμ. 7:12, 14), αλλά έφεραν ποινή (Δευτ. 28:58-62) και, επειδή δεν τηρήθηκαν από τον Ισραήλ, έγιναν «διακονία θανάτου» (Ρωμ. 7:10· Β΄ Κορ. 3:7). Ο νόμος δεν στηριζόταν στην πίστη αλλά στα έργα (Γαλ. 3:12). Δόθηκε με σκοπό τη ζωή (Ρωμ. 7:10), αλλά λόγω της αδυναμίας της σάρκας εκείνων στους οποίους απευθυνόταν (Ρωμ. 8:3), το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν ότι δεν δόθηκε νόμος ικανός να δώσει ζωή (Γαλ. 3:21).

Ο νόμος, ωστόσο, λειτούργησε ως παιδαγωγός για να οδηγήσει στον Χριστό — τόσο άμεσα, καθώς ο Χριστός προεικονιζόταν στις θυσίες, όσο και διαχρονικά, όπως περιγράφεται στα Γαλάτες 3:23-25. Αν και σχεδόν κάθε εγγενής αξία που περιέχεται στο σύστημα του νόμου μεταφέρεται και ενσωματώνεται στο παρόν σύστημα της χάρης, παραμένει αληθές ότι ο νόμος, ως προσωρινό σύστημα, έφτασε στο τέλος του, και μια νέα θεϊκή οικονομία τον αντικατέστησε.

Δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πιο αποφασιστική γλώσσα πάνω σε αυτό το σημείο από εκείνη που χρησιμοποιείται στα Ιωάν. 1:17· Ρωμ. 6:14· 7:2-6· 10:4· Β΄ Κορ. 3:6-13· Γαλ. 3:23-25· 5:18. Αυτά τα χωρία δεν θα πρέπει να υποτιμώνται, όπως συχνά γίνεται, από εκείνους που θα ήθελαν να επιβάλουν το σύστημα του νόμου στον επουράνιο λαό. Είναι ανώφελο να ισχυρίζεται κανείς ότι οι κρίσεις και οι διατάξεις καταργήθηκαν ενώ οι εντολές παραμένουν, αφού εκείνο που «γράφτηκε και χαράχθηκε σε πέτρινες πλάκες» λέγεται ότι «καταργήθηκε» (Β΄ Κορ. 3:11, 13). Ούτε βελτιώνεται η κατάσταση για όσους ισχυρίζονται ότι ο νόμος έχει πάψει να είναι μέσο δικαίωσης· διότι ποτέ δεν ήταν τέτοιο, ούτε μπορούσε να είναι (Γαλ. 3:11).

Ο επουράνιος λαός, λόγω του εξαιρετικά υψηλού χαρακτήρα της σωτηρίας του — δηλαδή για να σταθεί σε όλη την τελειότητα του Χριστού (Ρωμ. 3:22· 5:1· 8:1· 10:4· Β΄ Κορ. 5:21· Γαλ. 3:22· Εφ. 1:6) — δεν φέρει κανένα βάρος να αποδείξει προσωπική αξία ενώπιον του Θεού, αφού είναι τελειοποιημένος για πάντα εν Χριστώ (Εβρ. 10:9-14). Έχει όμως τη νέα ευθύνη να «περπατά αξίως» της υψηλής του κλήσης (Ρωμ. 12:1-2· Εφ. 4:1-3· Κολ. 3:1-3).

Κανένα σύστημα με βάση την απόδοση, όπως ήταν ο νόμος, δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοστεί σε έναν λαό που, χάρη στον πλούτο της θεϊκής χάρης, έχει αποκτήσει τέλεια θέση, ακόμη και κάθε πνευματική ευλογία εν Χριστώ Ιησού (Εφ. 1:3· Κολ. 2:10). Είναι αναμενόμενο οι εντολές που απευθύνονται σε έναν τελειοποιημένο επουράνιο λαό να είναι τόσο υψηλές όσο ο ίδιος ο ουρανός — και πράγματι είναι (πρβλ. Ιωάν. 13:34· Ρωμ. 6:11-13· Β΄ Κορ. 10:3-5· Γαλ. 5:16· Εφ. 4:30· 5:18). Παρομοίως, καθώς αυτές οι απαιτήσεις είναι υπεράνθρωπες και όμως η εκπλήρωσή τους είναι απολύτως αναγκαία, ο Θεός έχει προβλέψει ώστε κάθε άνθρωπος που σώζεται, να κατοικείται από το Άγιο Πνεύμα, για να μπορεί, μέσω της εξάρτησης από το Πνεύμα και με τη δύναμη του Πνεύματος, να ζει μια υπερφυσική ζωή που τιμά τον Θεό — όχι για να γίνει αποδεκτός, αλλά επειδή είναι ήδη αποδεκτός. Εκείνοι που θα ήθελαν να εισαγάγουν το Μωσαϊκό σύστημα απόδοσης σε αυτή την Θεία οικονομία της υπεραφθονίας της χάρης, είτε δεν έχουν καμία αντίληψη του χαρακτήρα της απόδοσης που απαιτούσε ο νόμος, είτε στερούνται κατανόησης της δόξας της Θείας Χάρης.

Η τρίτη διαχείριση που περιέχεται στην Αγία Γραφή είναι αυτή που έχει σχεδιαστεί για να κυβερνήσει τον επίγειο λαό σε σχέση με την επερχόμενη επίγεια βασιλεία του. Είναι επίσης σαφής ως προς τις απαιτήσεις που θα επιβληθούν σε όσους εισέλθουν σε εκείνη τη βασιλεία. Αυτό το τμήμα της Γραφής βρίσκεται στα μέρη της Παλαιάς Διαθήκης που προαναγγέλλουν τη Μεσσιανική βασιλεία και σε μεγάλα τμήματα των Συνοπτικών Ευαγγελίων.

Τα ουσιώδη στοιχεία μιας διαχείρισης χάρης — η πίστη ως η μόνη βάση αποδοχής από τον Θεό, η αποδοχή όχι βάσει απόδοσης αλλά μέσω τέλειας θέσης εν Χριστώ, η παρούσα κατοχή της αιώνιας ζωής, η απόλυτη ασφάλεια από κάθε καταδίκη και η ενδυναμωτική παρουσία του ενοικούντος Πνεύματος — δεν απαντώνται στη διαχείριση της βασιλείας. Αντίθετα, αυτή δηλώνεται ότι αποτελεί την εκπλήρωση «του νόμου και των προφητών» (Ματθ. 5:17-18· 7:12) και θεωρείται ως επέκταση του Μωσαϊκού Νόμου σε πεδία επιδίωξης αρετής που συντρίβουν με τρόπο που το μωσαϊκό σύστημα δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει (Ματθ. 5:20-48). Αυτές οι εντολές της βασιλείας, αν και κατάλληλες για τις συνθήκες που θα επικρατούν τότε, δεν μπορούν να τελειοποιήσουν κανέναν όπως τελειοποιούνται τώρα οι άνθρωποι εν Χριστώ, ούτε είναι προσαρμοσμένες ως κανόνας ζωής για εκείνους που είναι ήδη πλήρεις εν Χριστώ Ιησού.

Αυτά τα συστήματα θέτουν πράγματι αντικρουόμενες και αντίθετες αρχές· όμως, επειδή οι δυσκολίες αυτές εμφανίζονται μόνο όταν γίνεται προσπάθεια να συγχωνευθούν συστήματα, στοιχεία και αρχές που ο Θεός έχει διαχωρίσει, οι συγκρούσεις στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν έξω από αυτές τις αδικαιολόγητες ενοποιητικές προσπάθειες. Αντίθετα, αποδεικνύουν την αναγκαιότητα της ορθής αναγνώρισης όλων των διαφορετικών και διακριτών οικονομιών του Θεού.

Η αληθινή ενότητα των Γραφών δεν ανακαλύπτεται όταν κάποιος επιδιώκει τυφλά να συγχωνεύσει αυτές τις αντίθετες αρχές σε ένα σύστημα, αλλά όταν παρατηρούνται οι σαφείς διαφοροποιήσεις του Θεού. Οι συγκρουόμενες αρχές στο κείμενο της Γραφής είναι ορατές σε όλους όσοι διεισδύουν αρκετά βαθιά ώστε να αναγνωρίσουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της θεϊκής διαχείρισης. Αυτή η μέθοδος ερμηνείας αντί να δημιουργεί τα προβλήματα, έχει τη λύση για αυτά.

Αν τα ιδεώδη ενός επίγειου λαού για μακρόχρονη ζωή στη γη που ο Θεός τους έδωσε (Έξ. 20:12· Ψαλμ. 37:3, 11, 34· Ματθ. 5:5) δεν συνδέονται με τα ιδεώδη ενός επουράνιου λαού που ως προς τη γη είναι «ξένοι και παρεπίδημοι» και που καλούνται να προσμένουν και να αγαπούν την επικείμενη εμφάνιση του Χριστού, το πρόβλημα λύνεται εύκολα από εκείνον του οποίου το ερμηνευτικό σύστημα όχι μόνο δεν ταράσσεται, αλλά επιβεβαιώνεται από τέτοιες διακρίσεις.

Ένα ερμηνευτικό σχέδιο το οποίο, προς υπεράσπιση μιας ιδεατής ενότητας της Βίβλου, υποστηρίζει έναν ενιαίο θεϊκό σκοπό, αγνοεί δραστικές αντιφάσεις και στηρίζεται μόνο σε περιστασιακές ή τυχαίες ομοιότητες, είναι καταδικασμένο σε σύγχυση όταν έρχεται αντιμέτωπο με τα πολλά προβλήματα που επιβάλλει στο κείμενο της Γραφής — προβλήματα τα οποία η ερμηνευτική μέθοδος των διαφορετικών οικονομιών αναγνωρίζει μόνο όταν τα παρατηρεί στο ίδιο το σύστημα που τα δημιουργεί.

Oλόκληρη η Γραφή είναι «θεόπνευστη, και ωφέλιμη για διδασκαλία, για έλεγχο, για επανόρθωση, για διαπαιδαγώγηση, που γίνεται με δικαιοσύνη» (Β΄ Τιμ. 3:16), αλλά δεν έχει όλη η Γραφή πρωταρχική εφαρμογή σε κάθε συγκεκριμένο πρόσωπο ή κατηγορία προσώπων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τη Βίβλο. Δεν αφορά όλη η Γραφή στους αγγέλους, ούτε στους Εθνικούς. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν απευθύνεται όλη η Γραφή στον Ιουδαίο, ούτε όλη στον Χριστιανό. Αυτές είναι προφανείς αλήθειες, και το ερμηνευτικό σχέδιο των οικονομιών δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια να τηρηθούν με συνέπεια αυτές οι διακρίσεις στην πρωταρχική εφαρμογή της Γραφής, μέχρι το σημείο — και όχι πέρα από αυτό — που τις κάνει η ίδια η Βίβλος.

Ωστόσο, όλη η Γραφή είναι ωφέλιμη, δηλαδή έχει ηθική, πνευματική ή δευτερεύουσα εφαρμογή. Για να δοθεί ένα παράδειγμα: Πολύτιμη αλήθεια μπορεί να αντληθεί από το μεγάλο σώμα της Γραφής που αφορά στο ιουδαϊκό Σάββατο· αλλά αν αυτό το σώμα της Γραφής έχει πρωταρχική εφαρμογή στην Εκκλησία, τότε η Εκκλησία δεν έχει καμία Βιβλική βάση για την τήρηση της πρώτης ημέρας της εβδομάδας (την οποία βεβαίως έχει), ούτε θα μπορούσε να προσφέρει καμία δικαιολογία για την ανυπακοή της· και τα μεμονωμένα μέλη της, όπως όλοι οι παραβάτες του Σαββάτου, θα έπρεπε να λιθοβολούνται μέχρι θανάτου (Αρ. 15:32-36).

Κατά τον ίδιο τρόπο, αν όλη η Γραφή έχει πρωταρχική εφαρμογή στους πιστούς αυτής της εποχής, τότε αυτοί κινδυνεύουν με τη φωτιά της κόλασης (Ματθ. 5:29,30),  με ανείπωτες πληγές, ασθένειες και αρρώστιες, και εξαιτίας αυτών να μείνουν λίγοι σε αριθμό (Δευτ. 28:58-62), και να απαιτηθεί από τα χέρια τους το αίμα των χαμένων ψυχών (Ιεζ. 3:17-18).

Μπορούμε να αντλήσουμε ηθικά και πνευματικά διδάγματα από τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός μεταχειρίστηκε τους Ισραηλίτες, ανεξάρτητα από την επιβολή της ανάγκης στους Χριστιανούς να συμμορφωθούν με όλα όσα θα απαιτούσε μια πρωταρχική εφαρμογή των Γραφών που απευθύνονται ειδικά στον Ισραήλ. Για τον πιστό αυτής της εποχής λέγεται ότι «δεν έρχεται σε καταδίκη» (Ιωάν. 5:24) και ότι «δεν υπάρχει, λοιπόν, τώρα καμία κατάκριση για εκείνους που είναι στον Iησού Xριστό, αυτούς που δεν περπατούν σύμφωνα με τη σάρκα, αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα» (Ρωμ. 8:1). Αυτές οι τελευταίες υποσχέσεις αναιρούνται από διαμετρικά αντίθετες δηλώσεις, αν όλη η Γραφή εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στον Χριστιανό.

Lewis Sperry Chafer

(συνεχίζεται...)

Διάβασε εδώ το 1ο μέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.