Λίγα πράγματα είναι πιο λυπηρό να βλέπεις, από τα μέλη και τους ηγέτες μιας εκκλησίας που έχουν εδραιωθεί στην πλάνη. Πολλοί βρίσκονται κυριολεκτικά μέσα σε τοίχους από τούβλα που έχουν ψηθεί και σκληρυνθεί σε σημείο που θα εμποδίσουν ένα άτομο να δει ποτέ την αλήθεια, παρόλο που η αλήθεια μπορεί να είναι μπροστά στα μάτια του! Αυτό δυστυχώς είναι το χαρακτηριστικό της πλάνης.
Ξέρω πόσο δύσκολο είναι για ένα άτομο να κατανοήσει μια διαφορετική πτυχή της Βιβλικής αλήθειας που δεν την έχει συνηθίσει. Τους ενοχλεί στη βάση της θρησκευτικής τους ζωής. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουν διδαχθεί. Έτσι, ως αποτέλεσμα, απομακρύνονται από την αλήθεια χωρίς να το καταλαβαίνουν. Θα αρνηθούν να μελετήσουν ή να εξετάσουν το θέμα. Αυτό είναι τρομερά λυπηρό. Πρόκειται για την «ενέργεια πλάνης» στην πράξη, και είναι η κατάσταση του θρησκευτικού κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα.Προσεγγίζοντας λοιπόν αυτό το θέμα, επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω το ακόλουθο χωρίο και τη σημασία του, για να φτάσετε στην αλήθεια και την κατανόηση:
«O φυσικός άνθρωπος, όμως, δεν δέχεται αυτά που ανήκουν στο Πνεύμα τού Θεού· επειδή είναι μωρία σ’ αυτόν, και δεν μπορεί να τα γνωρίσει· για τον λόγο ότι, ανακρίνονται με πνευματικό τρόπο. O δε πνευματικός άνθρωπος ανακρίνει μεν τα πάντα, αυτός όμως δεν ανακρίνεται από κανέναν» (Α' Κορινθίους 2:14,15).
Καθώς διαβάζετε αυτό το σύντομο άρθρο, προσπαθήστε να παραμερίσετε τις προκαταλήψεις σας, και με προσευχή και τη στάση των Βεροιαίων (Πράξεις 17:10,11), εξετάστε τις Γραφές και τον νου του Πνεύματος.
ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να αποκαλύπτεται στον λόγο του Θεού σχετικά με την πρωτοκαθεδρία και την εξύψωση ενός ειδικού που βγάζει έναν μονόλογο από Κυριακή σε Κυριακή. Ακόμη και με μια πολύ πρόχειρη μελέτη, θα γίνει σαφές ότι η έννοια «κήρυγμα» που υπάρχει σήμερα στις θεσμοποιημένες εκκλησίες, μαζί με το ακαδημαϊκό και επαγγελματικό του στυλ, δεν προέρχεται από την Καινή Διαθήκη, αλλά μάλλον από τον ελληνικό πολιτισμό!
Όπως σημείωσε ένας συγγραφέας, «Το κήρυγμα ήταν το αποτέλεσμα του συγκρητισμού - της συγχώνευσης της αναγκαιότητας της Βιβλικής διδασκαλίας με την αντιβιβλική ελληνική αντίληψη της ρητορικής. Τέτοιες είναι οι ενδείξεις για την επίδραση της ελληνικής ρητορικής στις πρώτες εκκλησίες. Δημιούργησε το χριστιανικό κήρυγμα».
Όταν ο Κωνσταντίνος μπήκε στη σκηνή τον 4ο αιώνα, ήταν εκείνη η εποχή που πολλές ελληνικές και παγανιστικές πρακτικές υιοθετήθηκαν στην εκκλησιαστική νοοτροπία και πρακτική. Ένα βασικό στοιχείο που υιοθετήθηκε ήταν αυτό της «ελληνικής ρητορικής». Μετά τη «μεταστροφή» του, ο Κωνσταντίνος έχτισε πολλούς «χριστιανικούς ναούς», ενώ πολλά ειδωλολατρικά κτίρια μετατράπηκαν αργότερα σε λεγόμενες εκκλησίες.
Εκείνη την εποχή επίσης, είχε εξελιχθεί μια ξεκάθαρη τάξη «εκκλησιαστικών αξιωματούχων», και ήταν ο Κωνσταντίνος που ενθάρρυνε τη χρήση αυτών των κτιρίων από τους «εκκλησιαστικούς λειτουργούς». Αυτή ήταν πραγματικά η επίσημη αρχή της αναγνώρισης των κτιρίων ως εκκλησιών, καθώς και η αρχή του θεσμικού Χριστιανισμού και η πτώση αυτού που πραγματικά σημαίνει «εκκλησία» και «λατρεία».
Με τις μεταστροφές ανδρών όπως ο Αμβρόσιος, ο Τερτυλλιανός, ο Κυπριανός και ο Αυγουστίνος, που ήταν όλοι εκπαιδευμένοι στη ρητορική και αρκετά δημοφιλείς ως ρήτορες στην ελληνορωμαϊκή κουλτούρα της εποχής τους πριν από τη μεταστροφή τους, ένα νέο στυλ ή μορφή επικοινωνίας άρχισε να εμφανίζεται στις χριστιανικές συνελεύσεις.
Αυτή η νέα μορφή λόγου χαρακτηριζόταν από εκλεπτυσμένη ρητορική, προσεγμένο λεξιλόγιο και ιδιαίτερη έμφαση στην ευγλωττία. Η συλλογική διδασκαλία σε πολλές εκκλησίες δεν παραδιδόταν πλέον σε κανονική ή ακατέργαστη γλώσσα, αλλά άρχισε να παίρνει μια καλλιτεχνική μορφή έκφρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το περιεχόμενο του μηνύματος του διδασκάλου επηρεαζόταν λιγότερο από τη Βιβλική αλήθεια και περισσότερο από την αφηρημένη ελληνική φιλοσοφία.
Με τον καιρό, η συλλογική διδασκαλία έγινε περισσότερο ένας τύπος, σχεδιασμένος για να ψυχαγωγεί και να επιδεικνύει τη ρητορική ικανότητα ή το γλαφυρό στυλ του ομιλητή, αντί να καθοδηγεί και να εξοπλίζει τους αγίους για διακονία. Τελικά, όταν η διαίρεση «κληρικών-λαϊκών» εδραιώθηκε, μόνο όσοι ήταν επίσημα «χειροτονημένοι» και εκπαιδευμένοι στις νέες μορφές λόγου, επιτρεπόταν να μιλούν στη συνέλευση.
Αυτό έκανε τους αγίους ανενεργούς και συνέβαλε στην προώθηση της ιδέας ότι μόνο οι «επαγγελματίες» έχουν κάτι αξιόλογο να πουν.
Και πάλι, αυτά τα πράγματα είναι αδιαμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα και αυτό αποδεικνύεται ξεκάθαρα στα πρωτοχριστιανικά γραπτά.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφέρουμε ότι ακόμη και ο απόστολος Παύλος, στα Κεφάλαια 1 και 2 της προς Κορινθίους Α', δεν επέτρεψε στην κοσμική, παγανιστική έννοια της ρητορικής από την οποία ήταν ασφαλώς περιστοιχισμένος, να τον πείσει ή να τον επηρεάσει στο ελάχιστο όσον αφορά στη διακήρυξη του ευαγγελίου του.
Α' Κορ. 1:17 : «Eπειδή, ο Xριστός δεν με απέστειλε για να βαπτίζω, αλλά για να κηρύττω το ευαγγέλιο· όχι με σοφία λόγου, για να μη ματαιωθεί ο σταυρός του Xριστού».
Α' Κορ. 2:1,2,4,5: «Kαι εγώ, αδελφοί, όταν ήρθα σε σας, ήρθα όχι με υπεροχή λόγου ή σοφίας, κηρύττοντας σε σας τη μαρτυρία του Θεού. Eπειδή, αποφάσισα να μη ξέρω ανάμεσά σας τίποτε άλλο, παρά μονάχα τον Iησού Xριστό, και αυτόν σταυρωμένον... Kαι ο λόγος μου και το κήρυγμά μου δεν γίνονταν με πειστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη Πνεύματος και δύναμης· ώστε η πίστη σας να είναι όχι διαμέσου της σοφίας των ανθρώπων, αλλά διαμέσου της δύναμης του Θεού».
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Πολλοί καθ' ομολογίαν Χριστιανοί σήμερα λένε ευθαρσώς ότι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ότι «εκκλησιάστηκαν», παρά μόνο όταν έχουν ακούσει ένα εκτενές κήρυγμα από τον ποιμένα τους. Τόσο έχει διαποτίσει την εκκλησία και τους θιασώτες της η λανθασμένη έννοια της «υπεροχής του κηρύγματος».
Στο μυαλό πολλών ανθρώπων, οι μεγάλοι θεολόγοι του παρελθόντος δεν μνημονεύονται για τον χαρακτήρα ή το έργο τους, αλλά για τη μεγάλη ρητορική τους ικανότητα. Κοιτάξτε γύρω σας σήμερα και μπορείτε να δείτε ότι «μεγάλοι» είναι εκείνοι που είναι πιο εύγλωττοι και βροντεροί όταν μιλούν.
Για κάποιους, αυτό που στην πραγματικότητα εμποδίζει τις «εκκλησίες» να διασπαστούν ή να πεθάνουν, δεν είναι ένα σώμα πιστών που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, αγαπώντας ο ένας τον άλλον, υπηρετώντας ο ένας τον άλλον, αλλά η ικανότητα του ποιμένα στον άμβωνα!
ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ
Όταν διαβάζουμε τις Γραφές, βρίσκουμε μια πολύ διαφορετική εικόνα από αυτή που βλέπουμε και ακούμε στις σημερινές θεσμοποιημένες εκκλησίες, όσον αφορά στη στάση τους για «την υπεροχή του κηρύγματος».
Η πρώτη εκκλησία επικοινωνούσε και δίδασκε την αλήθεια σχετικά με τη βασιλεία του Θεού πολύ διαφορετικά.
Για παράδειγμα, όταν ο απόστολος Παύλος ήταν στην Τρωάδα, στο 20ό κεφάλαιο των Πράξεων, «συνομιλούσε με τους μαθητές» (πρωτ.: διελέγετο αυτοίς) και «συζητούσε εκτεταμένα» (πρωτ.: διαλεγομένου του Παύλου επί πλείον).
Αυτό έρχεται σε σαφή αντίθεση με αυτό που λένε και κάνουν σήμερα πολλοί «κήρυκες». Για παράδειγμα, συγκεκριμένος ιεροκήρυκας λέει κατηγορηματικά: «Το κήρυγμα δεν είναι διάλογος. Είναι μονόλογος»!
Είναι ένας μονόλογος. Είναι η μονόπλευρη φωνή του βασιλιά. Και το βασίζει αυτό, χρησιμοποιώντας το κήρυγμα του Πέτρου στους Ιουδαίους για την Πεντηκοστή, στο κεφάλαιο 2 των Πράξεων!
Αλλά για τον απόστολο Παύλο, το κήρυγμα δεν ήταν ένα μονόπλευρο είδος μηνύματος, τυλιγμένο σε βαθιές και λόγιες εκφράσεις, αλλά ένας ΑΜΦΙΔΡΟΜΟΣ τύπος μηνύματος ή διαλόγου για τον σκοπό της οικοδομής των αγίων.
Στο Πράξεις 19:8, βλέπουμε ξανά τον Παύλο «να μιλά με παρρησία, να συζητεί και να πείθει για τα ζητήματα της βασιλείας του Θεού».
Στο Α' Κορινθίους 14, βλέπουμε ξανά το ίδιο πράγμα όσον αφορά στην άσκηση των χαρισμάτων και τη χρήση της διάκρισης.
Στα Φιλιππησίους 1:9,10, ο απόστολος προσεύχεται ώστε οι πιστοί να αυξάνονται «σε επίγνωση και σε κάθε νόηση, για να διακρίνουν τα διαφέροντα».
Στο Α' Θεσσαλονικείς 5:21, διαβάζουμε: «Όλα να τα εξετάζετε, το καλό να κατέχετε».
Επίσης στο Α' Ιωάννη 4:1, όπου ο απόστολος προτρέπει τους πιστούς: «να μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να δοκιμάζετε τα πνεύματα αν είναι από τον Θεό».
Στην Αποκάλυψη 2:2 , ο ίδιος ο Ιησούς επαινεί την εκκλησία της Εφέσου, γιατί «δοκίμασες αυτούς που λένε ότι είναι απόστολοι, και δεν είναι· και τους βρήκες όχι γνήσιους».
Επιπλέον, μην ξεχνάτε τις πολλές αναφορές στην Αγία Γραφή για να προσέχουμε τι ακούμε.
Όλα αυτά μας φανερώνουν ότι κάποιου είδους διάλογος και αλληλεπίδραση υπήρχε εντός της συνέλευσης. Πώς θα μπορούσαν να «δοκιμάσουν τα πνεύματα», αν δεν υπήρχε κάποια ευκαιρία κατά τη διάρκεια της σύναξης, για να κάνουν ερωτήσεις και να συζητήσουν για την παρατεθείσα διδασκαλία;
Και αυτό δεν γινόταν μετά την «απόλυση της συγκέντρωσης»! Δεν γινόταν ιδιωτικά με τον ομιλητή σε μια γωνιά της αίθουσας, όπου κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να ακούσει! Σε αντίθεση με αυτό που γίνεται σήμερα, δεν συνηθιζόταν ο μονόλογος τότε!
Ακόμη και η αναγνώριση του Παύλου για την αναγκαιότητα της ύπαρξης «σχισμάτων» μεταξύ των πιστών της Κορίνθου προκειμένου «να γίνουν φανεροί ανάμεσά τους οι δόκιμοι» (Α' Κορινθίους 11:19), μας λέει ξεκάθαρα ότι ο διάλογος, η διάκριση και οι διαφορετικές απόψεις ήταν όλα σε λειτουργία όταν συνέρχονταν οι πιστοί.
Κανένας πιστός δεν «καθόταν στο στασίδι του», αφελώς και ήσυχα, καταπίνοντας τα λόγια κάποιου άλλου. Αναμενόταν από όλους να διακρίνουν και να αξιολογήσουν ό,τι λεγόταν εκείνη τη στιγμή.
Θυμηθείτε ότι ο απόστολος επαίνεσε τους Βεροιείς όταν εξέταζαν ή αξιολογούσαν τις διδασκαλίες του (Πράξεις 17:11). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Παύλος και οι υπόλοιποι πρώτοι πιστοί δεν συμμετείχαν ποτέ σε μονόλογο σε ορισμένες περιπτώσεις και σε ορισμένες στιγμές, αλλά μόνο ότι το Γραφικό πρότυπο είναι ξεκάθαρα ο διάλογος και η αμοιβαία αλληλεπίδραση.
Μπορούμε να πούμε ότι οι πρώτοι πιστοί είχαν ξεκάθαρα ένα «ανοιχτό σύστημα επικοινωνίας». Σήμερα όμως τι βλέπουμε; Πολλοί προτιμούν, και στην πραγματικότητα απαιτούν, ένα «κλειστό»!
Δεν είναι να απορεί κανείς σήμερα γιατί τόσο λίγοι καθ' ομολογίαν Χριστιανοί σκέφτονται μόνοι τους και μεγαλώνουν πνευματικά. Πώς μπορούν κάτω από ένα μονόπλευρο, «μονολογικό» σύστημα αποκαλούμενης «διδασκαλίας»;
Η «υπεροχή» του κηρύγματος δεν αφήνει κανένα περιθώριο στον πιστό να σκεφτεί και να συμμετάσχει στη διαδικασία. Και έτσι, χωρίς τίποτα να πει, χωρίς τίποτα να ρωτήσει και χωρίς τίποτα να συνεισφέρει, καθίσταται αμέτοχος, απαθής και ανέκφραστος!
Βρίσκουμε στις Γραφές ότι ακόμη και όταν ο Παύλος και οι άλλοι μιλούσαν σε απίστους, υπήρχε σχεδόν πάντα η ευκαιρία για τους ακροατές να συμμετάσχουν σε διάλογο και αλληλεπίδραση. Εάν αυτό ισχύει για τους απίστους, πόσο πιο σημαντική είναι η αλληλεπίδραση για τους πιστούς!
Στο βιβλίο των Πράξεων, οι λέξεις που θα βρείτε ξανά και ξανά σε σχέση με τους πρώτους πιστούς που διδάσκουν και κηρύττουν στις συναγωγές είναι: "μιλώ", "διαλέγομαι", "διαφωνώ", "συζητώ", 'λογομαχώ", "πείθω".
Εδώ είναι το σπουδαίο μάθημα και παράδειγμα του πρώιμου κηρύγματος. Το κήρυγμα των πρώτων εκκλησιών δεν ήταν μονόλογος, αλλά διάλογος! Όπως είπε ένας σχολιαστής, «Δεν ήταν ένα θέμα ομιλίας ενός προς ένα πλήθος ανθρώπων. Ήταν η περίπτωση μιας ομάδας που το συζητούσε μαζί».
Στις λεγόμενες «εκκλησίες» σήμερα, το «κήρυγμα» πρέπει πάντα να περιλαμβάνει διάλογο, μια συζήτηση, μια αμφίδρομη επικοινωνία. Αυτό είναι Γραφικό. Αυτό είναι το κήρυγμα της Καινής Διαθήκης.
Η Βίβλος είναι πολύ ξεκάθαρη. Εάν, ωστόσο, διστάζετε ή ακόμα και δεν θέλετε να το κάνετε ενώ «το μήνυμα είναι ακόμη σε εξέλιξη», τότε, τουλάχιστον στο τέλος, θα πρέπει πάντα να ακολουθεί μια γενική συζήτηση, με την παρουσία ολόκληρης της συνέλευσης, γιατί ακριβώς σε αυτό το σημείο ο διδάσκαλος θα έχει τη μεγάλη ευκαιρία να επικοινωνήσει το μήνυμα στον μέγιστο βαθμό!
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ;
Εάν οι ποιμένες δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν μια διακοπή για συζήτηση, ερώτηση, προφητεία, διάκριση μεταξύ των αδελφών ενώ εκφωνείται το μήνυμα (ακριβώς όπως έχουμε δει στις Γραφές), τότε τουλάχιστον, θα πρέπει να ακολουθήσει αμέσως μετά, ένα διάστημα ερωτήσεων και συζήτησης σχετικά με αυτό που μόλις διδάχτηκε.
Σκεφτείτε το. Τι υπέροχη διδακτική στιγμή και τι ενδιαφέρων χρόνος θα ήταν αυτός για ερωτήσεις, για σχόλια ή ακόμα και για οποιεσδήποτε διαφορετικές απόψεις! Τι καλύτερος τρόπος υπάρχει για να θυμάται και να μαθαίνει και να αναπτύσσεται η συνέλευση σε χάρη και γνώση σχετικά με αυτά που ο ποιμένας είχε μόλις κοπιάσει να διδάξει;
Θέλετε να δείτε προκοπή και χαρά στην πίστη των αγίων; (Φιλιππησίους 1:25)
Θέλετε πραγματικά να δείτε την τελειοποίηση των αγίων, για το έργο της διακονίας, για την οικοδομή του σώματος του Xριστού; (Εφεσίους 4:12)
Θα θέλατε πραγματικά να παραστήσετε κάθε άνθρωπο τέλειο εν Xριστώ Iησού; (Κολοσσαείς 1:28)
Εάν ναι, γιατί κάποιος θα παραμελούσε, θα απέφευγε ή θα απέρριπτε εντελώς ένα τέτοιο Γραφικό και πανίσχυρο μέσο μάθησης και επικοινωνίας; Πιστεύουν αληθινά οι ποιμένες ότι «η υπεροχή του κηρύγματος» κατά τη διάρκεια της κυριακάτικης λατρευτικής λειτουργίας πρέπει να είναι ένα σημαντικό μέρος της μαθησιακής εμπειρίας για την οικοδόμηση του λαού του Θεού;
Παραδόξως, η απάντηση είναι ένα ηχηρό ΟΧΙ!
Πολλοί ποιμένες δεν θα επιτρέψουν ποτέ αυτή τη μορφή συνέλευσης, επειδή νιώθουν να απειλούνται ή τρομάζουν από οποιαδήποτε μορφή διαλόγου σε δημόσιο χώρο, είτε πριν, είτε κατά τη διάρκεια, είτε μετά από οποιοδήποτε μήνυμα που δόθηκε!
Οι παρακάτω είναι πέντε κυρίως λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό.
Λόγος #1
Ο χρόνος για συζήτηση και ερωτήσεις μετά από ένα κήρυγμα θα θέσει θεσμικά και οργανωτικά ζητήματα, επειδή «η ηγεσία» έχει θέσει σκόπιμα την «τάξη λατρείας» της σε συγκεκριμένα, ειδικά σχεδιασμένα για μη συμμετοχή, ακριβή χρονικά όρια, χωρίς ευελιξία ή αυθορμητισμό στη συνέλευση.
Λόγος #2
Το να αφιερώσει χρόνο για μια συλλογική συζήτηση, για ερωτήσεις ή για διαφορετικές απόψεις, είναι πολύ προσβλητικό για τον άνθρωπο που βλέπει τον εαυτό του και τις απόψεις του πάνω από εκείνους που κάθονται στα στασίδια.
Λόγος #3
Το να διαθέσει χρόνο για ερωτήσεις και διάλογο είτε κατά τη διάρκεια είτε μετά το κήρυγμα, μπορεί να εκθέσει τον ομιλητή στην πιθανότητα ερωτήσεων που μπορεί να μην είναι σε θέση να απαντήσει. Μπορεί επίσης να αποκαλύψει ότι οι γνώσεις και η προετοιμασία του ήταν μάλλον ανεπαρκείς. Και θα μπορούσε να δείξει ότι δεν είναι απαραίτητα η Βιβλική «αυθεντία» που προβάλλει ότι είναι.
Λόγος #4
Ο χρόνος για διάλογο, ερωτήσεις και αμφίδρομη επικοινωνία, θα αφαιρέσει την εικόνα (αν και ψεύτικη) της «πρωτοκαθεδρίας του ποιμένα» που είναι "ιερή" στις θεσμοποιημένες εκκλησίες. Θα μετατοπίσει τους προβολείς από πάνω του, την κεντρική σκηνή του ενός ανθρώπου και θα φέρει άλλους στο βασίλειό του, κάτι που μπορεί να είναι πολύ ανησυχητικό για τον άνθρωπο που έχει ένα τεράστιο εγώ να διατηρήσει.
Λόγος #5
Η συζήτηση, ο διάλογος και οι ερωτήσεις θεωρούνται ως ασέβεια προς τον άνθρωπο από τον οποίο θέλει το εκκλησίασμα να εξαρτάται για όλες τις απαντήσεις. Εάν επιτρεπόταν σε κάποιον να ρωτήσει, να συζητήσει, να διαφωνήσει, ακόμη και ίσως να προσφέρει μια καλύτερη απάντηση από ό,τι μπορεί ο ποιμένας, θα κινδύνευε η εξάρτησή τους από τη σοφία του για την κατανόηση του κειμένου της Γραφής, και φυσικά αυτό δεν πρέπει ποτέ να συμβεί!
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Οι καταχρηστικές πρακτικές σε πολλές σημερινές εκκλησίες, έχουν ένα ευρύ φάσμα επιπτώσεων σε πολλούς τομείς της ζωής. Αυτό είναι κάτι πολύ σοβαρότερο από ένα πρόβλημα προσωπικότητας ή ιδιοσυγκρασίας.
Ας πάρουμε την λανθασμένη ιδέα της «υπεροχής του κηρύγματος». Οι ρίζες της πηγάζουν όχι μόνο από μια θεολογική παρεξήγηση των Γραφών, αλλά είναι πολύ βαθύτερες από αυτό. Φτάνουν βαθιά σε μια παραπλανημένη ψυχή που μέσα της κρύβει έναν άκαμπτο, αυτοδικαιωμένο και επικριτικό χαρακτήρα. Μια ψυχή που ποθεί και λαχταρά την προσοχή, τη δύναμη, την εξουσία - για έλεγχο και επιβολή.
Έχω ακούσει άνδρες που έχουν μολυνθεί και έχουν καταληφθεί πλήρως από τη νοοτροπία «της υπεροχής του κηρύγματος», να γελοιοποιούν και να κοροϊδεύουν ειλικρινείς αδελφούς που τόλμησαν να τους αμφισβητήσουν ή να διαφωνήσουν μαζί τους σε ένα ζήτημα εκκλησιαστικού δόγματος ή τακτικής, χαρακτηρίζοντάς τους ως «διχαστικούς», «αποστάτες», «αντάρτες» ή «έχοντες πνεύμα πικρίας».
Συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο επειδή πιστεύουν ότι κατά κάποιο τρόπο τους έχει δήθεν δοθεί «θεϊκή εξουσία», ότι «στέκονται σε ιερό αξίωμα». Πιστεύουν ότι τα λόγια τους είναι η «φωνή του Βασιλιά», και δεν τολμάς να αμφισβητήσεις αυτή τη φωνή, πόσο μάλλον «το κήρυγμά τους!»
Αδέρφια, η «πρωτοκαθεδρία του κηρύγματος» είναι μια ανθρωπογενής και ανθρωποσυντηρούμενη φιλοσοφία που τροφοδοτείται από την υπερηφάνεια, την απληστία, τη λαγνεία, την εξουσία, τα χρήματα και τον έλεγχο, και ΟΧΙ από τη Γραφή. Είναι μια φιλοσοφία που έχει ξεπεράσει τα «εσκαμμένα».
Το πονηρό αυτό σχέδιο ουσιαστικά κρατεί τους αγίους σε βρεφική κατάσταση και καλλιεργεί μια ανθυγιεινή εξάρτηση από τον κήρυκα, ακριβώς αυτό για το οποίο έχει επινοηθεί να κάνει. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν θα μάθουν ποτέ από ένα κήρυγμα-μονόλογο, αλλά ότι το Γραφικό πρότυπο είναι ξεκάθαρα διάλογος και αλληλεπίδραση.
Το να μη σας δίνεται ποτέ η ευκαιρία να κάνετε δημόσια ερωτήσεις ή να κάνετε σχετικά σχόλια κατά τη διάρκεια ή μετά το μήνυμα, σαφώς ΔΕΝ είναι Γραφικό.
Ως αποτέλεσμα, πολύ λίγα περιμένω από εσάς, παρά τις ισχυρές νουθεσίες που αποβλέπουν στο να βεβαιωθείτε ότι θα επιστρέψετε την επόμενη εβδομάδα για την επανάληψη της παράστασης!
Αυτή είναι η θλιβερή κατάσταση στο σημερινό θεσμικό εκκλησιαστικό σύστημα. Θα μάθουν ποτέ οι άνθρωποι; Θα αλλάξουν ποτέ οι άνθρωποι; Δυστυχώς για πολλούς, μάλλον όχι, και ειδικά όσον αφορά στους ίδιους τους ενορχηστρωτές του, γνωρίζοντας ότι:
«Είναι δύσκολο να πείσεις έναν άνθρωπο να καταλάβει κάτι, όταν η ζωή και ο μισθός του εξαρτώνται από το ότι δεν το καταλαβαίνει».
Ken Cascio
Διάβασε σχετικά:
Παλαιά ή Καινή;
Η ανάγκη για διάλογο μέσα στην εκκλησιαστική ζωή είναι πράγματι βιβλική και ουσιώδης. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή ώστε η κριτική μας να μην μετατρέπεται σε ηθική απαξίωση προσώπων.
ΑπάντησηΔιαγραφήΟι ποιμένες δεν λειτουργούν στο κενό, αλλά μέσα σε μια εκκλησιαστική παράδοση αιώνων, με συγκεκριμένη λειτουργική δομή, ευθύνη για την ενότητα και φόβο σκανδαλισμού. Η απουσία δημόσιου διαλόγου δεν απορρέει πάντοτε από αυταρχισμό ή εγωισμό, αλλά συχνά από την προσπάθεια διαφύλαξης της κοινής τάξης και της συνοχής του σώματος.
Η Εκκλησία δεν είναι χώρος ατομικής αυτοέκφρασης, αλλά σύναξη προσώπων που πορεύονται προς τη διάκριση εν Αγίω Πνεύματι. Ο διάλογος είναι αναγκαίος, αλλά απαιτεί χρόνο, παιδεία και πνευματική ωριμότητα, όχι μόνο καλή πρόθεση.
Η παθογένεια δεν θεραπεύεται με αντιπαράθεση αλλά με μετάνοια όλων, κλήρου και λαού, ώστε η Εκκλησία να παραμένει τόπος αλήθειας, ελευθερίας και αγάπης, χωρίς να χάνει την ενότητά της.Ίσως το ζητούμενο δεν είναι να καταγγελθεί το κήρυγμα, αλλά να ωριμάσει η εκκλησιαστική ζωή ώστε ο λόγος, η σιωπή και ο διάλογος να βρίσκουν τον τόπο και τον χρόνο τους εν αγάπη και διακρίσει.
Ευχαριστούμε για το σχόλιό σας. Συνεχίστε να διαβάζετε.
Διαγραφή