Το παρόν δημοσίευμα αποτελεί συνέχεια των προηγουμένων:
Η Θεία Χάρη προς τον Ισραήλ και τους Χριστιανούς — Οι διαφορές
Ισραήλ και Εκκλησία: Τρεις διαφορετικές θεϊκές οδηγίες ζωής
Συνεχίζοντας με τα υπόλοιπα από τα επτά διακριτά χαρακτηριστικά, τα οποία υπάρχουν τόσο στον Ιουδαϊσμό όσο και στον Χριστιανισμό:
Η υπηρεσία προς τον Θεό αποτελεί ουσιώδες στοιχείο κάθε αληθινής θρησκείας. Στην περίπτωση του Ιουδαϊσμού, η διακονία συνίστατο στη συντήρηση της σκηνής του μαρτυρίου και της λατρείας του ναού, και όλα τα δέκατα και οι προσφορές προορίζονταν για την υποστήριξη του ιερατείου και της διακονίας του. Στην περίπτωση του Χριστιανισμού, η διακονία στρέφεται προς τα έξω, με την εντολή να κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε κάθε κτίσμα, και περιλαμβάνει την οικοδομή των αγίων.
4. Μια Δίκαιη Βάση για Συγχώρηση και Καθαρισμό
Κάθε θρησκευτική οικονομία που πρόκειται να διατηρηθεί, πρέπει να παρέχει μια βάση πάνω στην οποία ο Θεός είναι δίκαια ελεύθερος να συγχωρεί και να αποκαθιστά εκείνους που αποτυγχάνουν. Εφόσον όλοι κατέχουν — όπως πράγματι συμβαίνει — μια πεσμένη φύση, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα κάποιος να παραμένει σε σωστή σχέση με τον Θεό, αν δεν ανανεώνεται και δεν αποκαθίσταται συνεχώς από τη χάρη και τη δύναμη του Θεού. Στον Ιουδαϊσμό, ο Θεός συγχωρούσε την αμαρτία και ανανέωνε τη σχέση Του με τον λαό Του στη βάση της δικής Του βεβαιότητας ότι μια επαρκής θυσία θα προσφερόταν στον προσδιορισμένο χρόνο από τον Αμνό Του. Στον Χριστιανισμό, ο Θεός παρουσιάζεται ως εξευμενισμένος για «τις αμαρτίες μας» (Α΄ Ιωάν. 2:2), και αυτό επειδή ο Υιός Του ως μέσον εξιλασμού για τις αμαρτίες μας, έχει ήδη υποστεί την ποινή (Α΄ Κορ. 15:3), και επειδή ο Χριστός, ως Παράκλητος, εμφανίζεται τώρα υπέρ ημών όταν αμαρτάνουμε (Α΄ Ιωάν. 2:1). Καμία αλήθεια δεν μπορεί να είναι πιο παρηγορητική για την καρδιά του Χριστιανού από τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι τώρα εξευμενισμένος για «τις αμαρτίες μας».
5. Μια Αποκάλυψη της Ανθρώπινης Ευθύνης για την Εξασφάλιση της Θείας Συγχώρησης και του Καθαρισμού
Αυτή η πτυχή του θέματος προσφέρει έδαφος για διάφορες παρεξηγήσεις. Γενικά αναγνωρίζεται ότι, στην Παλαιά Διαθήκη, η απαίτηση από την ανθρώπινη πλευρά ήταν η προσφορά ζωικής θυσίας, ενώ στην Καινή Διαθήκη, μετά τον θάνατο του Χριστού — γεγονός που έθεσε τέλος σε όλες τις θυσίες — η θεϊκή συγχώρηση για τον πιστό εξαρτάται από την εξομολόγηση της αμαρτίας, η οποία αποτελεί την εξωτερική έκφραση της εσωτερικής μετάνοιας. Όλα αυτά είναι φυσικά και λογικά. Ωστόσο, προκύπτουν ορισμένες δυσκολίες όταν αυτά τα προφανή γεγονότα εξετάζονται σε σχέση με άλλες πτυχές της αλήθειας.
Είναι σημαντικό να παρατηρηθεί ότι, κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, δεν υπήρχαν — όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε από τη Γραφή — προβλέψεις για τις ανάγκες των εθνών. Αναγνωρίζουμε ότι ο Άβελ, ο Νώε, ο Ιώβ και ο Μελχισεδέκ προσέφεραν θυσίες για την αμαρτία, ωστόσο δεν αποκαλύπτεται κάποια δογματική διδασκαλία σχετικά με αυτές τις προσφορές. Αντιθέτως, οι Ιουδαίοι, ως λαός της διαθήκης, όταν υπέπιπταν στην αμαρτία, λάμβαναν τις θυσίες ως βάση θεϊκής συγχώρησης και ως οδό επιστροφής στις ευλογίες και στις σχέσεις που ανήκαν στις διαθήκες τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι θυσίες δεν αποτελούσαν ποτέ βάση εισόδου στις διαθήκες — η βάση αυτή είχε ήδη εξασφαλιστεί μέσω της φυσικής τους γέννησης — ούτε αποτελούσαν βάση προσωπικής σωτηρίας. Αντιθέτως, οι θυσίες του Ισραήλ παρείχαν βάση συγχώρησης και αποκατάστασης για τον λαό της διαθήκης. Το αντίστοιχο στον Χριστιανισμό είναι η πρόβλεψη μέσω του θανάτου του Χριστού, μέσω της οποίας ο Χριστιανός μπορεί να συγχωρηθεί και να καθαριστεί. Ο Ιουδαϊσμός απαιτούσε ζωική θυσία· ο Χριστιανισμός ανατρέχει στη θυσία που έχει ήδη συντελεστεί. Το μόνο αντίστοιχο στον Ιουδαϊσμό της παρούσας σωτηρίας ενός μη αναγεννημένου ανθρώπου, είναι το γεγονός ότι ο Ιουδαίος γεννιόταν φυσικά μέσα στις σχέσεις της διαθήκης. Η προσωπική σωτηρία του Ιουδαίου στην παλαιά τάξη αποτελεί θέμα που θα εξεταστεί αργότερα.
6. Μια Αποτελεσματική Βάση για Λατρεία και Προσευχή
Υπό αυτόν τον τίτλο πρέπει να παρατηρηθεί ότι η βάση της ικεσίας με την οποία προσεύχονταν οι άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης ήταν οι διαθήκες τους. Η μελέτη των καταγεγραμμένων προσευχών αποκαλύπτει ότι επικαλούνταν τον Γιαχβέ να τηρήσει και να πράξει όσα είχε υποσχεθεί. Η βάση της προσευχής στην Καινή Διαθήκη, μετά τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη του Χριστού και την κάθοδο του Πνεύματος, είναι τέτοια ώστε η νέα προσέγγιση προς τον Θεό γίνεται στο όνομα του Χριστού. Όντας εν Χριστώ, η προσευχή του πιστού ανέρχεται προς τον Πατέρα σαν να ήταν η φωνή του Χριστού και εισακούεται χάριν του Χριστού. Ότι αυτό είναι νέο, φαίνεται από τα λόγια του Χριστού: «Mέχρι τώρα δεν ζητήσατε τίποτε στο όνομά μου» (Ιωάν. 16:24). Με αυτή τη δήλωση καταργούνται όλοι οι προηγούμενοι τύποι και εκκλήσεις και εδραιώνεται μια νέα προσέγγιση, απεριόριστη όσο και η ίδια η απειρότητα. Διαβάζουμε: «Σας διαβεβαιώνω απόλυτα ότι, όσα αν ζητήσετε από τον Πατέρα στο όνομά μου, θα σας τα δώσει» (Ιωάν. 16:23).
7. Μια Μελλοντική Ελπίδα
Ο Ιουδαϊσμός διαθέτει εσχατολογία που εκτείνεται έως την αιωνιότητα, με διαθήκες και υποσχέσεις αιώνιες. Ο Χριστιανισμός, από την άλλη, έχει εσχατολογία που διαφέρει σε κάθε σημείο. Μερικές από αυτές τις αντιθέσεις είναι οι εξής:
Α. Το μέλλον της παρούσας ζωής
Στην περίπτωση του Ισραήλ, το επιθυμητό ήταν η μακροζωία «επάνω στη γη την οποία Κύριος ο Θεός σου δίνει», ενώ η ελπίδα του Χριστιανού είναι η προοπτική της επικείμενης έλευσης του Χριστού για να παραλάβει την Εκκλησία Του από τη γη. Αυτόν διδάσκεται να αναμένει και του λέγεται ότι πρέπει να αγαπά την εμφάνιση του Χριστού. Δεν έχει γη, ούτε έχει οποιαδήποτε υπόσχεση για επίγεια πράγματα πέρα από τις προσωπικές του ανάγκες.
Στα χωρία εκείνα που προειδοποιούν τον Ισραήλ για τη μελλοντική έλευση του Μεσσία του, το έθνος αυτό καλείται να αγρυπνεί για τον ερχομό Του, επειδή εκείνος ο ερχομός θα είναι απροσδόκητος (Ματθ. 24:36–51· 25:13). Αντιστρόφως και για τον ίδιο λόγο, ο Χριστιανός καλείται να αναμένει τον Κύριό του από τον ουρανό (Α΄ Θεσ. 1:9,10).
Β. Η ενδιάμεση κατάσταση
Ένα μόνο χωρίο που καταγράφει λόγια του Χριστού αποτελεί σχεδόν το σύνολο της ιουδαϊκής αποκάλυψης σχετικά με την ενδιάμεση κατάσταση. Αυτό βρίσκεται στο Λουκά 16:19–31. Ο πλούσιος βρίσκεται σε βασανισμό, ενώ ο φτωχός βρίσκεται «στον κόλπο του Αβραάμ». Η τελευταία αυτή εικόνα είναι έντονα ιουδαϊκή αντίληψη και έρχεται σε αντίθεση με την αποκάλυψη ότι, όταν ο Χριστιανός αναχωρεί από αυτή τη ζωή, πηγαίνει για να είναι «με τον Xριστό· δεδομένου ότι, είναι πολύ πλέον καλύτερα» (Φιλ. 1:23· πρβλ. Β΄ Κορ. 5:8).
Γ. Ανάσταση
Ο Ιουδαϊσμός προσδοκούσε ανάσταση για τον Ισραήλ. Στο Δανιήλ 12:1–3 διαβάζουμε ότι, μετά τη μεγάλη θλίψη, ο λαός του Δανιήλ θα αναστηθεί εκ νεκρών (πρβλ. Ιεζ. 37:1–14). Κάποιοι θα αναστηθούν σε αιώνια ζωή πριν εισέλθουν στη βασιλεία (πρβλ. Ιεζ. 37:14) και κάποιοι σε αιώνια κατάκριση. Υπάρχουν επίσης υποσχέσεις ανταμοιβών, διότι «Kαι οι συνετοί θα λάμψουν όπως η λαμπρότητα του στερεώματος· και αυτοί που επιστρέφουν πολλούς σε δικαιοσύνη, όπως τα αστέρια, στους αιώνες των αιώνων.». Ότι αυτό αναφέρεται στον λαό του Δανιήλ φαίνεται καθαρά από τα συμφραζόμενα.
Η Μάρθα, εκφράζοντας την ιουδαϊκή ελπίδα, δήλωσε ότι ο αδελφός της θα αναστηθεί κατά την ανάσταση στην έσχατη ημέρα (Ιωάν. 11:24). Και στο Εβραίους 6:1,2, όπου απαριθμούνται τα χαρακτηριστικά του Ιουδαϊσμού, περιλαμβάνεται και η ανάσταση των νεκρών.
Η διδασκαλία της ανάστασης για τον Χριστιανό έχει δύο μέρη:
(α) έχει ήδη αναστηθεί και καθίσει μαζί με τον Χριστό (Εφ. 2:6) και, έχοντας μετοχή στη ζωή της ανάστασης του Χριστού και όντας τοποθετημένος μέσα στην αξία όλων όσα ο Χριστός έχει επιτελέσει, λέγεται ότι έχει ήδη αναστηθεί εκ νεκρών (Κολ. 3:1–3)·
(β) όταν πεθάνει, το σώμα του πιστού πρόκειται επίσης να αναστηθεί, και αυτό κατά την έλευση του Χριστού για τους δικούς Του (Α΄ Κορ. 15:23· Α΄ Θεσ. 4:16–17). Οι πιστοί θα ανταμειφθούν επίσης για την πιστότητα στη διακονία.
Δ. Αιώνια ζωή
Σε μεγάλο βαθμό, η εσχατολογία αποτελεί την ολοκλήρωση της σωτηριολογίας και κατ’ ανάγκην αντανακλά την έκταση και τον τελικό σκοπό της σωτηριολογίας με την οποία συνδέεται. Στον βαθμό που διαφέρει η σωτηριολογία του Ιουδαϊσμού από τη σωτηριολογία του Χριστιανισμού, στον ίδιο βαθμό διαφέρει και η εσχατολογία τους.
Τα προβλήματα που ταλανίζουν τη σωτηριολογία του Ιουδαϊσμού οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη σύγχυση που προκύπτει, όταν στοιχεία που είναι ιδιάζοντα στη σωτηριολογία του Χριστιανισμού επιβάλλονται στον Ιουδαϊσμό. Οι άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης βρίσκονταν σε ορθή και αποδεκτή σχέση με τον Θεό, αλλά δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι βρίσκονταν κάτω από τη νέα ηγεσία του αναστημένου Χριστού, ούτε ότι η ζωή τους ήταν «κρυμμένη μαζί με τον Xριστό μέσα στον Θεό» (Κολ. 3:1–3). Ο απόστολος γράφει: «Πριν, όμως, έρθει η πίστη, φρουρούμασταν κάτω από τον νόμο, περικλεισμένοι στην πίστη που επρόκειτο να αποκαλυφθεί» (Γαλ. 3:23).
Όσο για την κατάσταση του Ιουδαίου στην παλαιά οικονομία, μπορούν να παρατηρηθούν τα εξής:
(α) Γεννιόταν μέσα σε σχέσεις διαθήκης με τον Θεό, όπου δεν υπήρχαν περιορισμοί ούτε στην πίστη του προς Αυτόν ούτε στην κοινωνία του μαζί Του· αυτό καθεαυτό ήταν απόδειξη υπερεκχειλίζουσας χάρης.
(β) Σε περίπτωση αποτυχίας να ανταποκριθεί στις ηθικές και πνευματικές υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη διαθηκική του θέση, είχαν προβλεφθεί οι θυσίες ως δίκαιη βάση αποκατάστασης στα διαθηκικά του προνόμια — γεγονός που αποτελεί άλλη μία απόδειξη απεριόριστης χάρης.
(γ) Ο μεμονωμένος Ιουδαίος μπορούσε να αποτύχει τόσο στη διαγωγή του και να παραμελήσει τόσο τις θυσίες, ώστε τελικά να απορριφθεί από τον Θεό και να αποκοπεί (Γεν. 17:14· Δευτ. 28:58–61· Ιεζ. 3:18· Ματθ. 10:32–33· 24:50–51· 25:11–12, 29–30).
(δ) Η εθνική σωτηρία και συγχώρηση του Ισραήλ αποτελεί ακόμη μελλοντική προσδοκία και υπόσχεται να πραγματοποιηθεί όταν ο Λυτρωτής θα έλθει από τη Σιών (Ρωμ. 11:26,27).
Ποιος μπορεί να μην αναγνωρίσει την αιώνια χάρη του Θεού που αποκαλύπτεται στο Ησαΐας 60:1–62:12 προς τον Ισραήλ στους αιώνες που έρχονται;
Η διδασκαλία της αιώνιας ζωής, σε σχέση με τον Ισραήλ, θεωρείται από ορισμένους ότι παρουσιάζει ανυπέρβλητες δυσκολίες. Για τον Ισραήλ, όπως αποδεικνύεται σε αυτή τη μελέτη, η αιώνια ζωή ήταν μια μελλοντική προσδοκία και συνδεδεμένη με απαιτήσεις που είναι ιδιάζουσες στον Ιουδαϊσμό.
Για να αποκτηθεί σαφήνεια ως προς τη διαφορά ανάμεσα στα προνόμια του Ισραήλ υπό το Μωσαϊκό σύστημα και τα παρόντα προνόμια της Εκκλησίας, πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στον νόμο ως κανόνα ζωής, τον οποίο κανείς δεν μπόρεσε να τηρήσει τέλεια, και στον νόμο ως σύστημα, το οποίο όχι μόνο διατύπωνε υψηλές και άγιες απαιτήσεις προσωπικής διαγωγής, αλλά και παρείχε πλήρη θεϊκή συγχώρηση μέσω των θυσιών. Η τελική θέση κάθε Ιουδαίου ενώπιον του Θεού δεν βασιζόταν μόνο στην τήρηση του νόμου, αλλά τον θεωρούσε υπό το φως των θυσιών που είχε προσφέρει για τον εαυτό του.
Κάθε εξέταση της διδασκαλίας της αιώνιας ζωής, είτε αφορά σε μία εποχή είτε άλλη, πρέπει να διακρίνει ανάμεσα στην απλή ατελεύτητη ύπαρξη και στη μετάδοση εκείνης της ζωής που προέρχεται από τον Θεό και η οποία είναι αιώνια σε κάθε της πτυχή, όπως αιώνιος είναι και ο Ίδιος ο Δημιουργός της. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να παύσει να υπάρχει· ακόμη και ο θάνατος, που φαίνεται να τερματίζει τη ζωή, τελικά θα καταργηθεί για πάντα (Α΄ Κορ. 15:26· Αποκ. 21:4).
Πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ατελεύτητης ανθρώπινης ύπαρξης, υπάρχει το γεμάτο χάρη δώρο του Θεού της αιώνιας ζωής, η οποία αποτελεί ζωτικό μέρος της εσχατολογίας του Ιουδαϊσμού, όπως αποτελεί ζωτικό μέρος της σωτηριολογίας του Χριστιανισμού. Υπάρχει ένα πολύ σαφές και εκτενές σώμα Γραφής που αναφέρεται στην αιώνια ζωή σε σχέση με τον Ιουδαϊσμό· ωστόσο, εκεί αυτή θεωρείται μελλοντική κληρονομία.
Η σχετική διδασκαλία στον Ιουδαϊσμό απαντά σε σαφώς προσδιορισμένα χωρία:
(α) Ησαΐας 55:3 (πρβλ. Δευτ. 30:6), όπου ο προφήτης καλεί έναν λαό της διαθήκης να εισέλθει πλήρως στις ευλογίες που εξασφαλίζουν οι διαθήκες του Γιαχβέ· στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται η υπόσχεση «και η ψυχή σας θα ζήσει».
(β) Δανιήλ 12:2, όπου το συμφραζόμενο, όπως αναφέρθηκε, αφορά στην ανάσταση όσων ανήκουν στον Ιουδαϊσμό· κάποιοι από αυτούς θα αναστηθούν σε «αιώνια ζωή» και κάποιοι σε «αιώνια κατάκριση». Η «ζωή» δεν είναι περισσότερο παρούσα ως υπόσχεση από ό,τι είναι και η «κατάκριση».
(γ) Ματθαίος 7:13,14, χωρίο που βρίσκεται στο τμήμα της Γραφής που καθορίζει τους όρους εισόδου και τις συνθήκες ζωής στην επίγεια Μεσσιανική βασιλεία — βασιλεία που κατέχει εξέχουσα θέση στην εσχατολογία του Ιουδαϊσμού. Το χωρίο επιβάλλει την πιο δραστική ανθρώπινη προσπάθεια ως απαραίτητη για όποιον θέλει να εισέλθει στη στενή οδό που οδηγεί στη ζωή. Η ζωή βρίσκεται στο τέλος της οδού, και το τίμημά της ορίζεται σαφώς από το ρήμα αγωνίζομαι, («να αγωνίζεστε να μπείτε»), όπως το χρησιμοποιεί ο Λουκάς (13:24).
(δ) Λουκάς 10:25–29, όπου ο νομικός ρωτά πώς μπορεί να κληρονομήσει αιώνια ζωή, και ο Χριστός του απαντά με απόλυτους όρους ότι η αιώνια ζωή για εκείνον αποκτάται με την τήρηση των εντολών του Μωσαϊκού Νόμου — «αυτό κάνε, και θα ζήσεις.»
(ε) Λουκάς 18:18–27, όπου αναφέρεται ότι ένας νεαρός άρχοντας έκανε το ίδιο ερώτημα: «Τι να πράξω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;»· και σε αυτόν τον ειλικρινή άνθρωπο ο Κύριος παρέθεσε τις Μωσαϊκές εντολές· όταν όμως εκείνος δήλωσε ότι τις τηρούσε από τη νεότητά του, ο Χριστός δεν τον επέπληξε για ψεύδος, αλλά τον οδήγησε στο έδαφος της πλήρους παράδοσης όλου του είναι του και όλης της περιουσίας του ως την οδό προς εκείνη την κατάσταση που ο Χριστός ονόμασε «τέλεια» (Ματθ. 19:21).
(στ) Ματθαίος 18:8,9, όπου παρουσιάζεται η εναλλακτική του να εισέλθει κανείς στη ζωή — μια μελλοντική εμπειρία — χωλός ή κουλός, ή να εισέλθει στο «αιώνιο πυρ» ή στη «γέεννα της φωτιάς». Είναι προφανές ότι ένας Χριστιανός, ο οποίος ήδη κατέχει αιώνια ζωή και είναι πλήρης εν Χριστώ, δεν θα μπορούσε να εισέλθει στον ουρανό χωλός ή κουλός, όταν το σώμα του πρόκειται να γίνει όμοιο με το ένδοξο σώμα του Χριστού, ούτε στη γέεννα, αφού ο Χριστός έχει πει ότι δεν θα έλθει σε κρίση και ότι δεν θα απολεσθεί ποτέ.
Απέναντι σε αυτό το εκτεταμένο σώμα Γραφής που αναφέρεται σε εκείνη τη συγκεκριμένη, μελλοντική μορφή αιώνιας ζωής, η οποία, ως χαρακτηριστικό του Ιουδαϊσμού, σχετίζεται με την επίγεια βασιλεία, υπάρχει ένα άλλο σώμα Γραφής, πολύ πιο εκτεταμένο, που διακηρύσσει ότι η αιώνια ζωή για τον Χριστιανό είναι μετάδοση από τον Θεό και δώρο του Θεού (Ιωάν. 10:28· Ρωμ. 6:23)· είναι παρούσα κατοχή (Ιωάν. 3:36· 5:24· 6:54· 20:31· Α΄ Ιωάν. 5:11–13)· και δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Χριστός που κατοικεί εντός του (Κολ. 1:27) και η μεταδιδόμενη θεία φύση (Β΄ Πέτρ. 1:4).
Η λήψη της αιώνιας ζωής θα αποτελέσει για τους Ισραηλίτες, όπως και για τους Χριστιανούς, χαρακτηριστικό στοιχείο της ίδιας της σωτηρίας· και η σωτηρία του Ισραήλ, κατά το Ρωμαίους 11:26–32, δηλώνεται ότι θα πραγματοποιηθεί μετά τον παρόντα σκοπό της εποχής της πληρότητας των εθνών, η οποία συνοδεύεται τώρα από τη τύφλωση του Ισραήλ (εδ. 25), και κατά τον χρόνο που «θα εξέλθει εκ Σιών ο Λυτρωτής», ο οποίος θα «αποστρέψει την ασέβεια από τον Ιακώβ». «Αυτή», λέγει ο Γιαχβέ, «είναι η διαθήκη μου προς αυτούς, όταν αφαιρέσω τις αμαρτίες τους».
Ο Ησαΐας προαναγγέλλει την ίδια μεγάλη στιγμή της σωτηρίας του Ισραήλ, όταν προφητεύει ότι ένα έθνος θα γεννηθεί «εν μιά στιγμή». Οι εβραϊκές λέξεις pa‘am ’eḥath, από τις οποίες αποδίδεται η φράση «εν μιά στιγμή», σημαίνουν, ως μέτρηση χρόνου, ένα χτύπημα ή το πάτημα ενός ποδιού.
Από την άλλη πλευρά, ο Χριστιανός σώζεται τη στιγμή που πιστεύει, και αυτή η σωτηρία σχετίζεται αποκλειστικά με την πρώτη έλευση του Χριστού.
Ε. Η Διαθηκική Δαβιδική Βασιλεία
Εκείνη η μορφή ερμηνείας που στηρίζεται σε περιστασιακές ομοιότητες και παραβλέπει ζωτικές διαφορές, εκδηλώνεται από όσους υποστηρίζουν ότι η «βασιλεία των ουρανών», όπως αναφέρεται στον Ματθαίο, πρέπει να είναι η ίδια με τη «βασιλεία του Θεού», επειδή ορισμένες παραβολές που αναφέρονται στη βασιλεία των ουρανών καταγράφονται στον Μάρκο και στον Λουκά υπό την ονομασία «βασιλεία του Θεού».
Καμία προσπάθεια δεν γίνεται από αυτούς τους ερμηνευτές να εξηγήσουν γιατί ο όρος «βασιλεία των ουρανών» χρησιμοποιείται μόνο από τον Ματθαίο, ούτε φαίνεται να αναγνωρίζουν ότι η πραγματική διαφορά ανάμεσα σε όσα αυτοί οι όροι αντιπροσωπεύουν πρέπει να αναζητηθεί στις περιπτώσεις όπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά, παρά σε εκείνες όπου μπορούν.
Ορισμένα χαρακτηριστικά είναι κοινά τόσο στη βασιλεία των ουρανών όσο και στη βασιλεία του Θεού, και σε αυτές τις περιπτώσεις η εναλλαγή των όρων είναι δικαιολογημένη. Πιο προσεκτική εξέταση αποκαλύπτει ότι η βασιλεία των ουρανών είναι πάντοτε επίγεια, ενώ η βασιλεία του Θεού είναι τόσο εκτεταμένη όσο και το σύμπαν και περιλαμβάνει όσα επίγεια στοιχεία σχετίζονται με αυτήν.
Ομοίως, στη βασιλεία των ουρανών εισέρχεται κανείς με δικαιοσύνη που υπερβαίνει εκείνη των γραμματέων και των Φαρισαίων (Ματθ. 5:20), ενώ στη βασιλεία του Θεού εισέρχεται κανείς με νέα γέννηση (Ιωάν. 3:1–16). Έτσι, η βασιλεία των ουρανών ανταποκρίνεται στην ελπίδα του Ισραήλ και των εθνών, ενώ η βασιλεία του Θεού ανταποκρίνεται στον αιώνιο και συμπεριληπτικό σκοπό του Θεού.
Πιο συγκεκριμένα: το Ματθαίος 5:20 δηλώνει την προϋπόθεση υπό την οποία ένας Ιουδαίος θα μπορούσε να ελπίζει να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών. Τα Ματθαίος 8:12· 24:50–51· 25:28–30 δείχνουν ότι «οι υιοί της βασιλείας των ουρανών» πρόκειται να εκβληθούν. Καμία από αυτές τις αλήθειες δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη βασιλεία του Θεού.
Επιπλέον, οι παραβολές του σίτου και των ζιζανίων (Ματθ. 13:24–30, 36–43) και των καλών και κακών ψαριών (Ματθ. 13:47–50) αναφέρονται αποκλειστικά στη βασιλεία των ουρανών. Αντίθετα, η παραβολή του προζυμιού εφαρμόζεται και στα δύο πεδία της θεϊκής κυριαρχίας· το προζύμι, που αντιπροσωπεύει κακή διδασκαλία και όχι κατ’ ανάγκην κακούς ανθρώπους, μπορεί — και πράγματι το κάνει — να διαφθείρει την αλήθεια που αφορά και στις δύο βασιλείες.
Τέτοιες αντιθέσεις θα μπορούσαν να παρατεθούν εκτενώς, αλλά ο βασικός στόχος έχει επιτευχθεί εάν έχει καταστεί σαφές ότι υπάρχει εσχατολογία του Ιουδαϊσμού και εσχατολογία του Χριστιανισμού, και ότι καθεμία, αν και εντελώς διαφορετική στις λεπτομέρειες, εκτείνεται στην αιωνιότητα.
Ένα από τα μεγάλα βάρη της προφητικής αποκάλυψης είναι η προσμονή της δόξας του Ισραήλ σε μια μεταμορφωμένη γη, υπό τη βασιλεία του Υιού του Δαβίδ, του Κυρίου Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Παράλληλα, υπάρχει πλούσια προφητεία που προαναγγέλλει τη δόξα των λυτρωμένων στον ουρανό.
Κανένας τομέας της θεολογίας δεν είναι περισσότερο φορτωμένος με προβλήματα, από τη σωτηριολογία. Το ίδιο το σχέδιο της σωτηρίας αποτελεί τη λύση στο ερώτημα πώς ο Γιαχβέ μπορεί να παραμένει δίκαιος και ταυτόχρονα να δικαιώνει έναν αμαρτωλό που δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να πιστεύει στον Ιησού (Ρωμ. 3:26). Οι δυσκολίες δεν είναι λιγότερες στη σωτηριολογία του Ιουδαϊσμού απ’ ό,τι στη σωτηριολογία του Χριστιανισμού. Η τελική άγια κατάσταση κάθε ομάδας είναι τέτοια, ώστε ο Θεός θα είναι εξίσου ελεύθερος να σκηνώσει και με τις δύο. Στο Β΄ Πέτρου 3:13 αναφέρεται, σε σχέση με τον νέο ουρανό και τη νέα γη, ότι σε αυτά θα κατοικεί η δικαιοσύνη· με την έννοια ότι η νέα γη θα κατοικηθεί. Οι θεμελιώδεις διαθήκες του Ισραήλ είναι τόσο επίγειες όσο και αιώνιες, και η εθνική του υπόσταση ταυτίζεται για πάντα με τη γη (Ησ. 66:22). Το Αποκάλυψη 21:3,4 αποτελεί περιγραφή της νέας γης. Αυτό είναι φανερό από τον επίγειο χαρακτηρισμό «άνθρωποι» και από το γεγονός ότι τα «πρώτα πράγματα», που λέγεται ότι «παρήλθαν», είναι μόνο επίγειου χαρακτήρα. Λέγεται ότι ο Θεός θα σκηνώσει ανάμεσα στους ανθρώπους.
Οι άγιοι των προηγουμένων οικονομιών αγιάστηκαν, δηλαδή ξεχωρίστηκαν για τον Θεό. Η ίδια τους η γέννηση μέσα στα δικαιώματα της διαθήκης ήταν εξαιρετικά ωφέλιμη σε υπερθετικό βαθμό. Τους δόθηκε η εμπειρία της ανακούφισης από την καταδίκη των αμαρτιών τους μέσω των θυσιών, και βρίσκονταν σε μια κατάσταση κοινωνίας με τον Θεό και πρόσκαιρων ευλογιών, όταν βρίσκονταν σε σωστή σχέση μαζί Του. Η πίστη προς τον Θεό ήταν ζωτικότατο μέρος της καθημερινής τους ζωής και μέσω αυτής κάποιοι πραγματοποίησαν μεγάλα κατορθώματα (Εβρ. 11:4–38)· όμως δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι «και όλοι αυτοί, αν και έλαβαν καλή μαρτυρία διαμέσου της πίστης, δεν απόλαυσαν την υπόσχεση· επειδή, ο Θεός προέβλεψε για μας κάτι καλύτερο, για να μη πάρουν την τελειότητα χωρίς εμάς» (εδ. 39–40). Το χωρίο αυτό όχι μόνο δηλώνει την καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποσχέσεων του Ισραήλ, αλλά και διακρίνει μεταξύ των ευλογιών που διαθηκικά ανήκουν στο Ισραήλ και των «καλύτερων πραγμάτων» που ανήκουν σε «εμάς».
Και πάλι διαβάζουμε για τους ίδιους Ιουδαίους αγίους: «Mε πίστη πέθαναν όλοι αυτοί, χωρίς να πάρουν τις υποσχέσεις, αλλά αφού τις είδαν από μακριά, και πείστηκαν, και τις εγκολπώθηκαν, και ομολόγησαν ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επάνω στη γη» (Εβρ. 11:13). Έτσι γίνεται φανερό ότι, από τις ευλογίες που παρείχε ο Ιουδαϊσμός, ορισμένες πρόσκαιρες και πνευματικές εμπειρίες εξασφαλίζονταν άμεσα μέσω της προσαρμογής στο Μωσαϊκό σύστημα· όμως τα ευρύτερα στοιχεία της αφαίρεσης της αμαρτίας, της λήψης της αιώνιας ζωής και της δόξας της βασιλείας είχαν επιφυλαχθεί για την επιστροφή του Βασιλιά τους.
— Lewis Sperry Chafer
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.