Το 1988, έκαναν το δισκογραφικό ντεμπούτο τους οι Milli Vanilli, δημιουργία του επιτυχημένου μουσικού παραγωγού Φρανκ Φάριαν (Boney M), ο οποίος προσέλαβε δυο χορευτές και μοντέλα ως τραγουδιστές του συγκροτήματος, ενώ άλλοι τραγουδιστές είχαν ηχογραφήσει τα τραγούδια. Το συγκρότημα γνώρισε τεράστια επιτυχία, κερδίζοντας ακόμη κι ένα βραβείο Grammy, με τα δύο μοντέλα να απολαμβάνουν παγκόσμια δημοσιότητα και αναγνώριση.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια μιας "ζωντανής" εμφάνισης, ένα τεχνικό πρόβλημα στο πλέι-μπακ αποκάλυψε ότι δεν τραγουδούσαν οι ίδιοι, οδηγώντας τον Φάριαν να παραδεχτεί την απάτη. Το βραβείο Grammy αφαιρέθηκε και η φήμη τους κατέρρευσε. Χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία της μουσικής βιομηχανίας, αφήνοντας το κοινό και τους κριτικούς απογοητευμένους από την αποκάλυψη της αλήθειας πίσω από την επιτυχία των Milli Vanilli.
Το φως του πρωινού ήλιου έπεφτε σαν χρυσή σκόνη πάνω στις πέτρες του μικρού ναού του Αη-Δημήτρη, μιας εκκλησίας που θαρρείς πως είχε βγει από παλιά εικόνα. Οι καμπάνες χτυπούσαν με μια αλαζονική βιασύνη, λες και προσπαθούσαν να ξεφορτωθούν κάτι που δεν ήθελαν ν' ακούσουν οι ίδιες. Οι πιστοί άρχισαν να συρρέουν από τις στενές, κατσαρωτές πλαγιές του χωριού, καθένας με τη δική του ελπίδα, δέηση ή απλά την ανάγκη να βρει λίγη ηρεμία. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η Κυριακή θα ήταν διαφορετική απ' όλες τις άλλες.
Η εκκλησία άρχισε να γεμίζει. Οι πιστοί, χωρικοί με πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο και τις αγωνίες της ζωής, έρχονταν με την ελπίδα να ακούσουν κάτι θεϊκό. Κάποιοι είχαν έρθει από τα γειτονικά χωριά, γιατί οι φήμες για τις "υπέροχες φωνές" των δυο παπάδων είχαν απλωθεί.
Μέσα στο ιερό, είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για τη Θεία Λειτουργία. Ο παπα-Θανάσης, κοντός και με μια κοιλιά που φανέρωνε χρόνια εμπειρίας στο ποτό και τον καλό μεζέ, έβγαζε από μια πλαστική σακούλα ένα μπουκάλι τσίπουρο κι ένα μεγάλο τάπερ με σπανακόπιτα.
"Ευλογημένη. Την έφτιαξε η πρεσβυτέρα με τα χεράκια της. Για τα διαλείμματα...", είπε μ' ένα συνωμοτικό υπομειδίαμα.
Δίπλα του, ο παπα-Γιώργης, ψηλός, μελαχρινός και με μια γενειάδα που σου έδινε μια αίσθηση αγιότητας, είχε στο χέρι του μια τσάντα γεμάτη με μεγάλους δίσκους βινυλίου κι έβγαζε έναν από αυτούς με κιτρινισμένη ετικέτα και χαρακιές σαν τη διώρυγα της Κορίνθου.
Είχαν ήδη ετοιμάσει το σύστημα: ένα παλιό πικάπ, συνδεδεμένο με καλώδια που έμοιαζαν με φίδια από κάποιο εργαστήρι του 1970, σ' ένα ζευγάρι μεγάφωνα που κάποτε ανήκαν σε μουσικό του χωριού. Το σύστημα ήταν αρκετά καλό για να κρατήσει μια ώρα λειτουργία χωρίς να κολλήσει — ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν.
"Να βάλουμε πάλι τον Γεωργιάδη;" ρώτησε ο παπα-Γιώργης, χτυπώντας τον δίσκο ελαφρά στον αέρα για να φύγει η σκόνη.
"Όχι, φίλε μου. Ο κόσμος τον έχει ακούσει χιλιάδες φορές. Βάλε κάναν Πηλαδίνο, κάνα μακρινό, κάποιον που να μην τον ξέρουν απ’ έξω", απάντησε ο παπα-Θανάσης, τεντώνοντας τον λαιμό του προς τον ήλιο που έμπαινε από το παράθυρο κι έδειχνε να καίει πιο πολύ εκείνη την ημέρα.
Ο παπα-Γιώργης γέλασε μ' έναν ήχο που θύμιζε τσούγκρισμα με παλιά κρασοπότηρα.
"Καλά, εντάξει, αλλά ο Πηλαδίνος είναι λίγο… βαρύς. Εμείς θέλουμε κάτι που να τραβάει και την κυρα-Θοδώρα απ' το καφενείο, όχι να την κοιμίσει στη μέση της Λειτουργίας".
Ο παπα-Θανάσης έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, σαν ν' άκουγε κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν.
"Βάλε τον Καλογεράκο. Εκείνος έχει αυτή τη φωνή που μοιάζει με μέλι που τρέχει σε ξύλο. Ο κόσμος θα λιώσει."
Και λοιπόν, έτσι αποφάσισαν. "Καλογεράκος - Θεία Λειτουργία - 1974." Σαν το παλιό καλό κρασί...
"Σήμερα θα μας λατρέψουν οι χωριάτες," ψιθύρισε ο παπα-Γιώργης, ενώ οι πρώτες σκούρες φιγούρες έμπαιναν στην εκκλησία, με τα κεφάλια σκυφτά από σεβασμό και συνήθεια, με το παραδοσιακό άναμμα των κεριών, με τα απαραίτητα σταυροκοπήματα και τις προαιρετικές γονυκλισίες μπροστά στα ξεθωριασμένα από τον χρόνο εικονίσματα... Και δεν ήταν μόνο γεροντάκια, αλλά και νεότεροι που είχαν έρθει "για ν' ακούσουν αγγέλους".
Ο παπα-Γιώργης έσπρωξε τον δίσκο στη θέση του και άναψε το μηχάνημα. Ένας θόρυβος, σαν ξερό φύλλο που τρίβεται στον δρόμο, έγραψε την παρουσία του πριν η φωνή του Καλογεράκου αρχίσει να τυλίγεται γύρω από τους στύλους και τις αψίδες του ναού, γεμίζοντάς τον μ' έναν αέρα αγγελικής ομορφιάς. "Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων".
"Αμήν", απάντησε το πλήθος που είχε πια γεμίσει ασφυκτικά τον μικρό ναό, συνεπαρμένο από τη γλυκιά, σχεδόν υπερφυσική φωνή του Καλογεράκου που έμοιαζε να αιωρείται πάνω από τις σκεπές και τις ταράτσες του χωριού.
Μέσα από το Άγιο Βήμα, ο παπα-Θανάσης κρατούσε στα χέρια του το Ευαγγέλιο και σταύρωνε με αυτό την Άγια Τράπεζα, ενώ ο παπα-Γιώργης, αφού έκανε τον σταυρό του με βιασύνη, έκλεισε τα βλέφαρα και σήκωσε τα χέρια ψηλά σε μια χειρονομία που θύμιζε δοξολογία και σιγουριά, αν και οι παλάμες του γλίστραγαν ελαφρά από τον ιδρώτα.
Η φωνή που έβγαινε από τα μεγάφωνα της εκκλησίας ήταν βαθιά, εναργής, γεμάτη μυστικιστική ζέση. Οι πιστοί έκλιναν τα κεφάλια, οι καρδιές τους να σφύζουν από την ιερή κατάνυξη, κάποιων τα μάτια γεμάτα δάκρυα συγκίνησης παρατηρούσαν με δέος τους δυο παπάδες να λειτουργούν. Ο παπα-Θανάσης με τον σταυρό στο χέρι κινούσε τα χείλη σαν να ψέλνει ο ίδιος μπροστά στο κλειστό μικρόφωνο, ενώ ο παπα-Γιώργης έκλεινε τα μάτια με τρόπο που θύμιζε έκσταση.
"Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά...", ακουγόταν η βαθιά, μεγαλόπρεπη φωνή του Καλογεράκου, τόσο γλυκιά, τόσο ανέγγιχτη, σα να κατέβηκε απ' τον ουρανό με χρυσή σκάλα. Οι γερόντισσες στα πρώτα στασίδια με κλειστά τα μάτια, τα χέρια τους να σταυροκοποιούνται στα στήθη σα να έπαιζαν μαντολίνο, οι καρδιές τους σφιχτές σαν σταφίδες. Κι εκεί, μπροστά στο τέμπλο, οι δυο παπάδες ν' ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους τέλεια συγχρονισμένα με τον Καλογεράκο — σαν κουκλοθέατρο έτοιμο από καιρό...
Κάθε φορά που το "πρόγραμμα" απαιτούσε επιστροφή στο ιερό, οι δυο παπάδες, κρυφά, σαν δυο μαθητές που έκαναν φάρσα, έβρισκαν την ευκαιρία για μερικές γουλιές τσίπουρο κι ένα τσιμπολόγημα από τη "θεϊκή" σπανακόπιτα της πρεσβυτέρας, ενώ έξω η φωνή από τα μεγάφωνα συνέχιζε να τρέχει απτόητη, αψεγάδιαστη, σαγηνευτική.
"Σήμερα είναι καλύτεροι από κάθε άλλη φορά", ψιθύρισε κάποιος, με τα κεφάλια των διπλανών του να κουνιούνται καταφατικά.
"Οι αγγέλοι κατεβήκανε στη γης", υπερθεμάτισε ένας άλλος.
Έδωσαν και τη Θεία Μετάληψη, και η λειτουργία πια πλησίαζε στο τέλος της χωρίς το παραμικρό πρόβλημα. Όπως κάθε φορά τόσα χρόνια...
"Σώσον Κύριε τον λαόν Σου..." άρχισε να ψέλνει η φωνή από τα ηχεία, βαθιά κι ευρύχωρη, ενώ το δημοφιλές ντουέτο, εκεί μπροστά στην Ωραία Πύλη, αν και ψιλοζαλισμένο από το τσίπουρο, κουνούσε συντονισμένα τα χείλη του, έτοιμο για τη συνέχεια...
"Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...ΣΚΡΡΤ", "Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...ΣΚΡΡΤ", "Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...ΣΚΡΡΤ", έλεγε και ξανάλεγε ο Καλογεράκος σα να είχε ξεχάσει τα λόγια.
Στην αρχή, προσπάθησαν ν' ακολουθήσουν την κολλημένη φωνή, αλλά φάνηκε τόσο μάταιο που μια γυναικεία κραυγή διέσχισε τη γενική παγωμάρα.
"Παναγία μου! Έπαθαν εγκεφαλικό!"
Μετά, αλληλοκοιτάχτηκαν. "Γεώργιε," ψιθύρισε πανιασμένος ο παπα-Θανάσης, "...κόλλησε".
"Το ξέρω ότι κόλλησε!" μουρμούρισε ο παπα-Γιώργης μέσ' απ' τα δόντια του.
Η φράση συνέχισε να επαναλαμβάνεται αδυσώπητα, βασανιστικά, κι ήταν η μόνη που ακουγόταν μέσα σ' αυτήν την άκρα του τάφου σιωπή που διαδέχτηκε την αρχική έκπληξη. Για λίγο όμως...
Ο Γεράσιμος, ένας ηλικιωμένος με γυαλιά χοντρά σαν πυξίδες, σήκωσε το κεφάλι από την προσευχή του. Κοιτάχτηκε με τον κυρ-Μηνά που στεκόταν δίπλα του κρατώντας τον μικρό του εγγονό απ' το χέρι. Το παιδί είχε αρχίσει να κρυφογελάει. "Παππού, γιατί οι παπάδες δεν τραγουδάνε στ' αλήθεια;"
"Για σταθείτε," είπε ο μπαρμπα-Σπύρος, ένας αγρότης με μουστάκι τόσο πλούσιο που θα μπορούσε να γίνει φωλιά για μικρά πουλιά. "Γιατί ο παπάς λέει συνέχεια το ίδιο πράμα;"
"Είναι... κλέι μπακ!" φώναξε ξαφνικά η κυρα-Θοδώρα, με μια περίεργη λάμψη στο πρόσωπο σα να είχε μόλις λάβει θεία φώτιση. "Το ίδιο κάνανε κάποια λαμόγια... οι Λιβανίληδες και κοροϊδεύανε τον κόσμο! Το είδα στην τελεόραση εγώ!"
"Είναι ψεύτικοι!" ακούστηκαν φωνές.
"ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ!" αντιφώναξε η κυρία Ευθυμία, που τόσα χρόνια είχε ερωτευτεί τη "βαθύτατη φωνή του παπα-Θανάση" και τώρα δεν ήθελε να παραδεχτεί την αποκαθήλωση του ειδώλου της.
"Γι' αυτό δε θέλανε ψάλτη! Ἀνάθεμα αὐτοῖς!" βροντοφώναξε ο νεαρός Ευτύχιος, που ήθελε να γίνει ιερέας και τώρα ένιωθε σκανδαλισμένος.
"Για καθίστε χωριανοί να τα βρούμε. Δε μπορεί, κάποια παρεξήγηση θάχει γίνει", προσπάθησε μάταια να κατευνάσει τα πνεύματα ο κύριος Στέλιος, ο πρόεδρος του χωριού.
Οι πιστοί, που οι περισσότεροι μέχρι τότε είχαν στον νου τους το μεσημεριανό παρά το αντίδωρο, είχαν αρχίσει να μεταλλάσσονται σε μια φουρτουνιασμένη μάζα που άλλαζε διαρκώς χρώματα και ζητούσε εξηγήσεις, χωρίς να πολυφαίνεται πρόθυμη να τις ακούσει. Ακόμα και οι εικόνες των αγίων έμοιαζαν να τους κοιτάζουν αυστηρά πίσω από τα ξεθωριασμένα από τα χρόνια χρώματά τους και να γέρνουν προς το μέρος τους, σα να ήθελαν να σκεπάσουν τη ντροπή τους.
"Δε... Δεν είναι αυτό που νομίζετε..." ψέλλισε ο παπα-Γιώργης σαν το παιδί που το πιάνουν με το δάχτυλο στο βάζο με το γλυκό.
"Αν μπορούσαμε να σας εξηγήσουμε..." φώναξε ο παπα-Θανάσης, σηκώνοντας τα χέρια του σε μια χειρονομία που εκλιπαρούσε ειρήνη.
"Τι να εξηγήσετε βρε;" τον διέκοψε ο κύριος Μηνάς, που κρατούσε ακόμα τον μικρό Γιαννάκη απ' το χέρι. "Όλη η περιοχή σας άκουγε, νομίζοντας ότι έχετε δώρο από τον Κύριο, κι εσείς..."
"Θα έπρεπε να ντρέπεστε εσείς που υποτίθεται ότι εκπροσωπείτε τον Θεό!", φώναξε δυναμικά η Μαρία, η δασκάλα του χωριού.
"Και τι ξέρεις εσύ βρε κουμμούνα από Θεό, που πατάς στην εκκλησιά κάθε Χριστούγεννα και Λαμπρή;" γύρισε προς το μέρος της η κυρία Ευθυμία, εμπλουτίζοντας με καύσιμη ύλη νέου είδους τη φωτιά που ήδη φούντωνε.
Ο θόρυβος έγινε δυνατότερος. Κάποιοι άρχισαν να σπρώχνουν προς τα εμπρός, άλλοι έβγαζαν κεριά από τα μανουάλια και τα κρατούσαν ψηλά σαν απειλητικούς πυρσούς. Μερικοί ζητούσαν πίσω τα χρήματα που είχαν ρίξει στο καλάθι. Μια νεαρή κοπέλα με μπλε φουστάνι φώναξε: "Άσε με παππού να μιλήσω! Πλήρωσα τρακόσες δραχμές για ν' ανάψω κερί στον Αη-Δημήτρη, όχι για να δω τα ξεφτιλίκια τους!"
"ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ!"
Ο παπα-Γιώργης κοίταξε γύρω του σαν ποντίκι σε παγίδα. Η μόνη έξοδος ήταν η μικρή πόρτα πίσω από το ιερό, που οδηγούσε στον δρόμο, στο αυτοκίνητό τους και στη σωτηρία.
"Στο ιερό!" ψιθύρισε, τραβώντας τον παπα-Θανάση από το μανίκι του ράσου του προς το δωμάτιο διαφυγής, ενώ τα μεγάφωνα συνέχιζαν: "Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...ΣΚΡΡΤ"...
Ίσα που πρόλαβαν να μπουν μέσα στο μικρό δωμάτιο και να κλειδώσουν την πόρτα με το κλειδί που κρατούσαν πάντα κρεμασμένο σ' ένα καρφί δίπλα στην Παναγία.
"Τι κάνουμε τώρα;" ρώτησε ο παπα-Θανάσης, ενώ ο παπα-Γιώργης κινήθηκε προς το αναθεματισμένο το πικάπ. Αλλά δεν πρόλαβε.
Η πόρτα του ιερού άνοιξε μ' έναν κρότο, και η φωνή ενός γέροντα που κράδαινε τη μαγκούρα του, ξέσπασε πίσω τους: "Νάτοι οι κλέφτες!"
Και δεν ήταν μόνος. Ήταν τόσοι πολλοί που προσπαθούσαν να μπουν, που για λίγο σφήνωσαν στη μικρή πόρτα. Οι πρώτοι ήδη είχαν εξασφαλίσει οπτική πρόσβαση στα μυστικά που έκρυβε ο ιερός χώρος: η Άγια Τράπεζα, το πικάπ, ο δίσκος, το τσίπουρο, ο μεζές...
"Δίσκο παίζανε οι αγιογδύτες! Γι' αυτό δεν κάνανε τόσα χρόνια ένα κήρυγμα!" επισήμανε εύστοχα ο κύριος Γεράσιμος με τα χοντρά γυαλιά.
"Βρε τους θεομπαίχτες! Μπεκροπίνανε κιόλα!" τσίριξε μια γυναίκα με μεγάλο μαντίλι.
"Εδώ μέσα γινόσαντε Σόδομα και Γόμορρα!" φώναξε και η κυρα-Θοδώρα που είχε δει πολλές παλιές ελληνικές ταινίες.
Όταν άρχισαν να εισβάλουν τα εξαγριωμένα στίφη στα άγια των αγίων, ο παπα-Θανάσης είχε μια φαεινή ιδέα που θα τους έσωζε. Έστω και προσωρινά.
"ΝΑ! ΠΑΡΤΕ ΑΝΤΙΔΩΡΟ! ΕΥΛΟΓΙΑ!" φώναξε, και τους πέταξε το τάπερ με την υπόλοιπη σπανακόπιτα.
Κάτι το αρχικό ξάφνιασμα, κάτι η πρωινή νηστεία για τη Θεία Μετάληψη, κάτι το "θεϊκό" μαγειρικό χέρι της πρεσβυτέρας, ο αντιπερισπασμός πέτυχε, και τουλάχιστον οι πρώτοι διώκτες έπεσαν με τα μούτρα στο "αντίδωρο", δίνοντας την ευκαιρία στους δυο παπάδες να οργανώσουν την απόδρασή τους.
"Μμμ, έχει και τυρί μέσα!" έκανε μπουκωμένος ο Βαγγέλης ο "ψηλέας" που μόνιμα του τρέχανε τα σάλια.
"Τη συνταγή! Τη συνταγή!" κραύγαζε μια γιαγιά με άνοια πρώτου βαθμού.
"Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!" είπε ο παπα-Γιώργης που μόλις πρόλαβε ν' αρπάξει την τσάντα με τους δίσκους, εγκαταλείποντας το βαρύτερο πικάπ λάφυρο στα χέρια των εισβολέων. Και μ' ένα σάλτο πήδησε στον δρόμο, ακολουθούμενος από τον ασθμαίνοντα συνάδελφό του.
Καθώς όλα τα νόστιμα πράγματα τελειώνουν γρήγορα, πίσω τους αντήχησε η φωνή του Πάνου του κουρέα, υστερόβουλη: "Το σκάνε! Να τους πιάσουμε και να τους πάμε στο δεσπότη για ξούρισμα και κούρεμα!"
Ο εξαπατημένος όχλος που έβγαινε τώρα και από τη μικρή πόρτα του ιερού και από την κεντρική της εκκλησίας, απειλούσε να τους κυκλώσει από δυο πλευρές, κι έδειχνε μάλιστα βαριά εξοπλισμένος. Τσάντες, μαγκούρες, μια ξεχασμένη ομπρέλα, μια τσουγκράνα που είχε ξεμείνει στον τοίχο της εκκλησίας, ξύλα, πέτρες, κεραμίδια, ακόμα κι ένα παλιό τηγάνι.
"Στο αμάξι, τώρα!" γρύλισε ο παπα-Γιώργης, ενώ μια πέτρα σφύριξε δίπλα στ' αυτί του.
Οι δυο παπάδες έτρεχαν, με τα ράσα να χοροπηδάνε γύρω τους, σα δυο μαυροπούλια που ψάχνουν καταφύγιο από τα σκάγια των κυνηγών, ενώ πίσω τους τα κυνηγόσκυλα είχαν ξεχυθεί για τα καλά στο κατόπι τους γαβγίζοντας "ουουου!" και βρέχοντας πέτρες.
Το παλιό Fiat 127, που κρατούσε μόνο με τη δύναμη της προσευχής, τους περίμενε πιστό στη θέση του.
"Ξεκλείδωσ’ το!" φώναξε με αγωνία ο παπα-Θανάσης, ενώ ο παπα-Γιώργης έψαχνε απελπισμένα τις τσέπες του για τα κλειδιά. Τα βρήκε τελικά — μέσα σ' ένα σακουλάκι με τυρί κι ελιές που είχε ξεχάσει να βγάλει για το τσίπουρο.
Μόλις που μπήκαν μέσα και κλείδωσαν τις πόρτες, και οι πρώτες πέτρες έσκαγαν στο παρμπρίζ μαζί με μια μια μασέλα.
"Παναγιά μου, σώσε μας και θα σου κάνω τους Χαιρετισμούς σου χωρίς δίσκο!" έταξε πανικόβλητος ο παπα-Γιώργης προσπαθώντας να βάλει μπρος τη μηχανή.
"Κι εγώ, θα σου φέρω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι μου!" έκανε το δικό του τάμα ο παπα-Θανάσης αγγίζοντας την εικονίτσα της Παναγιάς που κρεμόταν στον καθρέφτη.
"Μμμμ, σιγά μην καταξοδευτείς", βρήκε την ώρα να τον πειράξει ο παπα-Γιώργης για το μπόι του.
Το αυτοκίνητο τρανταζόταν ολόκληρο, δεν άναβε — και για μια τρομακτική στιγμή, φάνηκε ότι θα έμεναν εκεί, να γίνουν νεομάρτυρες της δικής τους απάτης.
Αλλά η Παναγιά το έκανε το θαύμα της, και μάλιστα διπλό — όπως και το τάμα.
Πρώτα, πήρε μπρος ο ...Καλογεράκος. "Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...ΣΚΡΡΤ"... "Σώσον Κύριε τον λαόν Σου... και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου!", ακούστηκε ξαφνικά η φωνή από τα μεγάφωνα, καθώς ο μικρός Γιαννάκης πασπάτευε με την παιδική του περιέργεια τον δίσκο στο πικάπ.
Και ο πιστὸς λαός, αφού πέρασε για μερικά δευτερόλεπτα σε φάση ζόμπι, μετά άρχισε να καταθέτει τα όπλα του στο έδαφος και, σε ύφος πανηγυρικὸ και χαρμόσυνο, να ψέλνει σταυροκοπούμενος: "Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες, αύτη γαρ ημάς έσωσεν"...
Μετά, πήρε μπρος το Fiat. Το αυτοκίνητο βρυχήθηκε και ξεκίνησε γκρινιάζοντας, αφήνοντας πίσω μια ουρά σκόνης και μια εκκλησία που τώρα έμοιαζε με μακρινό πλάνο μιας ταινίας που έφτανε στο τέλος της.
Ο παπα-Θανάσης έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης κι έκλεισε τα μάτια του. Η φωνή του Καλογεράκου ακόμα ηχούσε στο κεφάλι του, η ίδια φράση ξανά και ξανά. "Πιστεύεις ότι ήταν σημάδι;"
"Τι; Να μας τιμώρησε ο Θεός;" γέλασε ο παπα-Γιώργης, αλλά το γέλιο του ήταν σύντομο και ξερό. "Αυτοί είναι παλιοί δίσκοι. Απλά, κόλλησε. Τίποτα περισσότερο."
"Και οι άνθρωποι;" ρώτησε ο παπα-Θανάσης, προσπαθώντας να βγάλει από την τσέπη του ένα τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρα.
"Αυτοί πάντα έτσι είναι. Χτες, μας λάτρευαν. Σήμερα θα μας λιθοβολούσαν για τον ίδιο λόγο," απάντησε ο παπα-Γιώργης, ενώ το αυτοκίνητο έμπαινε στον επαρχιακό δρόμο.
Ο παπα-Θανάσης άναψε τελικά το τσιγάρο του, έκλεισε πάλι τα μάτια και είπε: "Γιώργη, αμαρτήσαμε..."
"Αν υπάρχει Θεός, δεν ασχολείται με τέτοια μικροπράγματα," γέλασε ο παπα-Γιώργης, ρίχνοντας από τον καθρέφτη μια κλεφτή ματιά στο πίσω τζάμι, εκεί που υπήρχε ένα ράγισμα σε σχήμα σταυρού και αντανακλούσε το φως του μεσημεριάτικου ήλιου σα μια μακρινή ελπίδα...
--------------------------------------------------
Η ιστορία βασίζεται σε αληθινό περιστατικό όπως το αφηγήθηκε αυτόπτης — ή καλύτερα, αυτήκοος — μάρτυρας. Τα ονόματα των πρωταγωνιστών του άλλαξαν για ευνόητους λόγους...
ΛΖΡΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.