Ο χρόνος ήταν ένα ατέρμονο νήμα, και ο Νίκος το έπλαθε με τις παλάμες του χωρίς να γνωρίζει ότι δεν κρατούσε τίποτα άλλο παρά ένα κενό. Στα τριάντα του, με το μυαλό του βουτηγμένο στη σκέψη της αιωνιότητας και την πεποίθηση ότι η ψυχή του είχε ζήσει χιλιάδες ζωές πριν, καθόταν στο μικρό του διαμέρισμα στην Αθήνα τη νύχτα του Σαββάτου να περιμένει την αυγή.
Οι φωνές ήταν πάντα εκεί, στο παρασκήνιο της συνείδησής του, σαν μια υπόκωφη βροντή που δεν σταματούσε ποτέ. Αλλά εκείνο το σαββατόβραδο, πριν την τακτική κυριακάτικη συνάντηση της "ομάδας διαλογισμού", κάτι άλλαξε.
"ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ—ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ—ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ", επέμενε η πινακίδα με τα λαίμαργα νέον να τρεμοπαίζουν πάνω από το κεφάλι του. Κάποιος— ή κάτι — την είχε κρεμάσει μέσα στον ύπνο του, και τώρα τον κοιτούσε με τη στάση ενός πωλητή που ξέρει ότι θα του πάρεις το σκουπίδι που προσφέρει.
Και τότε, η φωνή. Σαν βουητό ανέμου μέσα σε σπηλιά.
"Είσαι ο εκλεκτός μου", του είπε με στερεοφωνική επισημότητα.
Δεν ήταν ανθρώπινη. Δεν είχε πηγή. Ήταν παντού και πουθενά, όπως οι φήμες για την πνευματική του ωριμότητα στην ομάδα διαλογισμού.
"...και σε στέλνω να διαδώσεις τη μετενσάρκωση παντού!"
Ήταν κάτι που έμοιαζε να προέρχεται από το ίδιο το κενό, από μια άβυσσο που δεν ανήκε σ' αυτόν τον κόσμο.
"Είσαι ο εκλεκτός μου." Κάτι σ' εκείνη τη λέξη τον έκανε να νιώθει σα να τον τραβούν από τα σπλάχνα.
Ξύπνησε μπερδεμένος, με μια εσωτερική ταραχή σα να είχε καταπιεί ένα γλυκόπικρο δηλητήριο που τώρα άρχιζε να δρα. Το πρωινό φως έκοβε το δωμάτιο στα δύο, και στο μέρος που έμενε σκοτεινό, φανταζόταν ότι κάποιος στεκόταν. Ο Νίκος άνοιγε κι έκλεινε τα μάτια του, προσπαθώντας να διώξει την εικόνα που τον στοίχειωνε. Η πινακίδα όμως παρέμενε καρφωμένη στο μυαλό του, προκαλώντας του μια αίσθηση αφύσικης ευθύνης, αλλά και κρυφού ενθουσιασμού.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε όνειρα που έμοιαζαν με προφητείες. Από τότε που είχε γνωρίσει την «Ομάδα Διαλογισμού», πίστευε ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν την ικανότητα να λαμβάνουν μηνύματα από το Σύμπαν. Αλλά αυτό... ήταν διαφορετικό. Ήταν αληθινό. Κάποιος — κάτι — του μίλησε. Ήταν ο "εκλεκτός".
---
Η "Ομάδα Διαλογισμού" — έτσι την αποκαλούσαν — συγκεντρωνόταν κάθε Κυριακή σ' ένα μισοσκοτεινό δωμάτιο στο κέντρο της πόλης. Μέσα στον αχνό φωτισμό και τις μυρωδιές του λιβανιού, ο Νίκος και οι υπόλοιποι έψαχναν την «αλήθεια» μέσα από αόρατους κόσμους και παλιές «ζωές» που ποτέ δεν υπήρξαν. Οι συμμετέχοντες ήταν μια περίεργη μίξη ανθρώπων: από πρώην Χριστιανούς που είχαν εγκαταλείψει τη θρησκεία τους, μέχρι αστρολόγους και νεοπαγανιστές που πίστευαν σε θεότητες της αρχαίας Ελλάδας.
Ο Νίκος ήταν ο πιο νέος, αλλά και ο πιο αφοσιωμένος. Εκείνος, που κάποτε είχε μπει σε μια εκκλησία με ελπίδα και είχε βγει με απογοήτευση, βρήκε στον διαλογισμό μια λογικοφανή εξήγηση για τη μεταθανάτια ζωή.
"Η μετενσάρκωση είναι η μόνη αλήθεια," του είχε πει η Μαρία, η γυναίκα που τον εισήγαγε στην ομάδα. "Οι ψυχές μας επανέρχονται, έτσι ώστε να εξαγνιστούν. Κάποτε, όταν φτάσουμε την τελειότητα, θα σταματήσουμε να ξαναγεννιόμαστε."
Αυτή η ιδέα τον είχε παρηγορήσει για χρόνια. Όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε σε τροχαίο, ο Νίκος είχε βρει παρηγοριά στη σκέψη ότι ίσως να ξαναγεννιόταν σε μια καλύτερη ζωή.
Τώρα όμως, το όνειρο του έδινε μια νέα προοπτική: ότι εκείνος ήταν ο εκλεκτός που θα έπρεπε να μιλήσει.
Το επόμενο πρωί, στην "ομάδα διαλογισμού", τα μάτια του έλαμπαν με ένα παράξενο φως. Η Μαρία, η επικεφαλής, τον κοιτούσε με ένα μυστηριώδες χαμόγελο, σαν να ήξερε κάτι που εκείνος δεν ήξερε ακόμα. Οι υπόλοιποι κάθονταν σε κύκλο, με τα βλέμματά τους να εστιάζονται πάνω του.
"Έχω κάτι να πω", είπε ο Νίκος, και η φωνή του ακούστηκε σαν να αντηχούσε από κάποια βαθιά σπηλιά.
Τους είπε για το όνειρο. Για την πινακίδα. Για τη φωνή.
Η αίσθηση ήταν παράξενη. Κανείς δεν φάνηκε έκπληκτος. Αντίθετα, τον κοιτούσαν με μια περίεργη έκφραση σχεδόν αναμενόμενης επιβεβαίωσης, σα να περίμεναν αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Η Μαρία σήκωσε το χέρι της με μια θεατρική κίνηση και έπιασε το χέρι του Νίκου.
"Είναι σημάδι," είπε με βεβαιότητα που κατάπινε κάθε αμφιβολία. "Η Θεϊκή Κλήση!"
Πέντε άτομα άρχισαν να βγάζουν πράγματα από τις τσέπες τους και τις τσάντες τους σαν να ήταν προετοιμασμένοι. Φυλλάδια. Βιβλία με τίτλους όπως «Ο Κύκλος των Ψυχών» και «Η Αλήθεια της Μετενσάρκωσης». Ακόμα και μια φωτοτυπία από ένα αρχαίο κείμενο σε σανσκριτικά που κανείς δεν φαινόταν να καταλάβαινε — αλλά ήταν όλοι σίγουροι ότι ανέφερε τη μετενσάρκωση.
"Θα σε βοηθήσουμε να προετοιμαστείς," του είπαν.
Ο Νίκος ένιωθε το κεφάλι του να γυρίζει. Ήταν όλα τόσο γρήγορα. Αλλά κάτι μέσα του — κάτι βαθύτερο από τη λογική — του έλεγε ότι αυτό ήταν η μοίρα του. Ότι όλα όσα είχε περάσει μέχρι τώρα, η απογοήτευσή του από τη θρησκεία, ο θάνατος του πατέρα του, η μοναξιά, ήταν απλά βήματα προς αυτή τη στιγμή.
"Τι... τι πρέπει να κάνω;" ρώτησε, η φωνή του σπασμένη.
"Να μιλήσεις," είπε κάποιος, σπρώχνοντάς του ένα φυλλάδιο. "Να πεις σε όλους αυτό που ξέρεις."
"Δεν είναι τυχαίο," συμπλήρωσε ένας ψηλός μελαχρινός με μάτια που έμοιαζαν με γυάλινα μονοπάτια. "Τα σύμβολα μας οδηγούν πάντα εκεί που πρέπει."
Ο Νίκος κοίταξε τα χέρια του. Διέκρινε έναν παλμό, σαν ένα ρυθμό που χτυπούσε κάτω από το δέρμα του. Ήταν σα να του έλεγαν ότι η ζωή του είχε αλλάξει για πάντα. Αλλά κάτι μέσα του έτρεμε. Μια μικρή φωτιά που δεν ήξερε αν ήταν φόβος ή αμφιβολία...
---
Το φως του καλοκαιριού είχε μαραθεί σ' ένα βαρύ φθινόπωρο όταν ο Νίκος βρέθηκε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, με την Καινή Διαθήκη ανοικτή στο στήθος του. Πέντε μήνες είχαν περάσει από τότε που είχε γνωρίσει τον Ιησού Χριστό, πέντε μήνες που διάβαζε τις σελίδες με την ίδια εμμονική ένταση που κάποτε είχε αφιερώσει στα κείμενα της μετενσάρκωσης. Δεν ήταν πια ο "Εκλεκτός". Τώρα τον αποκαλούσαν "Αδελφό" σε μια μικρή συνάθροιση πιστών σε σπίτι.
Και όμως.
Στο βάθος, κάτι δεν είχε σβήσει. Μια σπίθα της παλιάς πλάνης κρατούσε ακόμα, σαν ένας ιός που παραμονεύει σε αδρανή φάση.
"Γιατί;" ρωτούσε τον εαυτό του, κοιτώντας τον καθρέφτη. "Αφού έχω γνωρίσει την αλήθεια, γιατί αυτή η πλάνη δεν φεύγει;"
Και τότε, μια νύχτα, το όνειρο επέστρεψε.
Η ίδια πινακίδα. Τα ίδια φώτα νέον. Το ίδιο μήνυμα: "ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ – ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ".
Αλλά αυτή τη φορά, δεν υπήρχε φωνή.
Ήταν κάτι άλλο. Μια αναταραχή στο στήθος του, σαν υγρό που αρχίζει να βράζει σε δοχείο υπό πίεση. Το αίσθημα μεγάλωνε, σχηματίζοντας κάτι που δεν μπορούσε να περιγράψει, μέχρι που ξαφνικά — όπως μια φλόγα που αναδύεται από το τίποτα — οι λέξεις πήραν σχήμα:
ΑΠΑΞ ΑΠΟΘΑΝΕΙΝ, ΜΕΤΑ ΔΕ ΤΟΥΤΟ ΚΡΙΣΙΣ.
Η φράση γέμισε όλο το εσωτερικό του με μια θερμότητα που έφθανε στο όριο του πόνου. Τα γράμματα έγιναν φλόγες που τελικά σχημάτισαν μια συμπαγή πύρινη μπάλα. Με μια ξαφνική έκρηξη, η πύρινη σφαίρα εκτοξεύτηκε από το στήθος του με τρομακτική δύναμη εναντίον της πινακίδας, διαλύοντάς τη σε χιλιάδες κομμάτια γυαλιού και μετάλλου που έγιναν στάχτες στον αόρατο άνεμο.
Το πρωί, ο Νίκος ξύπνησε με ένα σοκ, καθιστός στο κρεβάτι, το στήθος του να σφύζει ακόμα από την ένταση.
"Μετενσάρκωση; Τι ανοησίες πίστευα μέχρι τώρα;"
Η φράση ξεπήδησε από τα χείλη του χωρίς να το καταλάβει. Ήταν σαν να είχε αφαιρεθεί ένα πέπλο από το μυαλό του μέσα σε μια νύχτα. Όλη η πλάνη, όλες οι συζητήσεις στην ομάδα διαλογισμού, τα φυλλάδια, τα βιβλία, οι πεποιθήσεις — για πρώτη φορά από τότε που είχε αφεθεί στον μύθο της μετενσάρκωσης, ένιωθε μια πλήρη, σαρωτική βεβαιότητα ότι είχε κάνει λάθος.
Αλλά η ανακούφιση και η χαρά της απελευθέρωσης, τώρα είχαν μεταμορφωθεί σε μυστήριο. Το μυστήριο ήταν αυτό το κείμενο που είδε να φλέγεται μπροστά του.
ΑΠΑΞ ΑΠΟΘΑΝΕΙΝ, ΜΕΤΑ ΔΕ ΤΟΥΤΟ ΚΡΙΣΙΣ.
---
Το ίδιο μεσημέρι, ο Νίκος περπάτησε προς ένα μικρό χριστιανικό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της πόλης. Όταν μπήκε, ένας ηλικιωμένος με καλοδιάθετη έκφραση τον κοίταξε πάνω από τα χοντρά γυαλιά του.
"Ψάχνετε κάτι συγκεκριμένο;" ρώτησε ευγενικά.
"Μια φράση", απάντησε ο Νίκος, και την είπε. "Νομίζω ότι πρέπει να είναι από την Καινή Διαθήκη, αλλά πού βρίσκεται;"
Ο βιβλιοπώλης γέλασε. Ήταν ένα γέλιο που θύμιζε πως ο Θεός μερικές φορές κρύβει τα πιο σημαντικά μηνύματα στα πιο προφανή μέρη.
"Εβραίους 9:27. Από το πρωτότυπο. Σημαίνει..."
"Μια φορά πεθαίνει ο άνθρωπος, και μετά από αυτό η κρίση", διέκοψε ο Νίκος.
Ο βιβλιοπώλης έβγαλε τα γυαλιά του. Τα μάτια του ήταν σαν δύο μικρές θάλασσες που είδαν πολλά ναυάγια.
"Δεν το ήξερες;"
Ο Νίκος ένιωθε τώρα ότι η αλήθεια ήταν σαν να του είχε κρυφτεί σε μια τσέπη που την έψαχνε μήνες.
"Το διάβαζα στη δημοτική και...", ψιθύρισε.
Ο ηλικιωμένος άντρας χαμογέλασε με μια γνώση πίσω από τα μάτια του που έκανε τον Νίκο να νιώθει σαν να τον διαβάζει. "Η αλήθεια πολλές φορές περνά μπροστά από τα μάτια μας, αλλά η καρδιά μας δεν είναι έτοιμη να τη δει," είπε, παίρνοντας ένα αντίτυπο της Καινής Διαθήκης στο αρχαίο κείμενο. Το άνοιξε στο ίδιο χωρίο και το έδειξε στον Νίκο.
"Διάβασέ το εδώ, στην πρωτότυπη γλώσσα. Μερικές φορές, η δύναμη της αλήθειας χτυπά πιο δυνατά όταν την ακούς όπως ειπώθηκε πρώτη φορά."
Ο Νίκος πήρε το βιβλίο με δέος και διάβασε δυνατά:
"Καὶ καθ' ὅσον ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις..."
Η σελίδα είχε γραμμές που φαίνονταν να ζουν, στερεωμένες στους αιώνες πίσω τους.
— Αυτό... αυτό είναι ακριβώς όπως στο όνειρό μου.
Ο ηλικιωμένος δεν φαινόταν έκπληκτος.
"Ο Θεός μιλάει με πολλούς τρόπους."
"Αλλά, ας το διαβάσουμε όλο," συνέχισε. "Καὶ καθ' ὅσον ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις". Σταμάτησε, κοιτώντας τον Νίκο στα μάτια, σα να είχε προσγειωθεί εκεί μόνο γι' αυτόν. "Άκουσες; Απόκειται. Δηλαδή, καθορισμένο, αποφασισμένο από τον Θεό. Όχι τυχαίο. Όχι μια 'προσωπική επιλογή' μετά θάνατον."
"Γιατί δεν το έβλεπα πριν;" ρώτησε, σηκώνοντας το βλέμμα του.
"Επειδή η πλάνη είναι σκοτεινό πέπλο," απάντησε ο βιβλιοπώλης. "Αλλά όταν ο Θεός σ' ελευθερώνει, το πέπλο αποσύρεται και η αλήθεια γίνεται φωτεινή σαν ήλιος."
Ο Νίκος έκλεισε το βιβλίο και το κράτησε στα χέρια του σαν κάτι πολύτιμο. "Για πολλά χρόνια πίστευα στη μετενσάρκωση. Όλοι μου οι φίλοι, η ομάδα διαλογισμού, όλα τα βιβλία μου..."
Ο άντρας άγγιξε τον ώμο του Νίκου μ' ένα βάρος που έδειχνε πως είχε σηκώσει πολλούς σαν κι αυτόν.
"Αδελφέ μου," είπε, "δεν υπάρχει μετενσάρκωση, υπάρχει μόνο μια ζωή, μια Θυσία, μια Κρίση. Και πάνω απ' όλα, η βέβαιη ελπίδα της Ανάστασης..."
Το βιβλιοπωλείο φάνηκε να σκοτεινιάζει γύρω τους. Μόνο μια λάμψη πέρασε από το παράθυρο, σαν το σπινθηροβόλημα μιας σφαίρας που διέσχισε τη σιωπή...
– Ρ. Στράντζαλης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.