Μια σημαντική διαφορά μεταξύ του κηρύγματος και της διδασκαλίας, όπως συχνά τα αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι ότι η διδασκαλία μπορεί πιο φυσικά να διακοπεί. Μπορούν να τεθούν ερωτήσεις, να προστεθούν σκέψεις και να εκφραστούν διαφωνίες.
Ο Ιησούς ανέθεσε στους αποστόλους να κάνουν μαθητές, μια διαδικασία που — όπως είπε— απαιτεί να «διδάσκουν» τους ανθρώπους να τηρούν όλα όσα Εκείνος πρόσταξε· όχι απλώς να κηρύττουν γι’ αυτά. Στις Πράξεις 2:42 γίνεται σαφές ότι οι μαθητές ήταν αφοσιωμένοι στη «διδαχή» των αποστόλων — όχι στο κήρυγμά τους.
Σε συμφωνία με αυτό, στα δύο χωρία που αναφέρουν τα προσόντα ενός εκκλησιαστικού ηγέτη, το ένα δηλώνει ότι πρέπει να είναι «διδακτικός» (Α΄ Τιμ. 3:2), και το άλλο ότι πρέπει να είναι ικανός «να διδάσκει» (Τίτ. 1:9). Η ικανότητα να κηρύττει δεν αναφέρεται ως απαραίτητο προσόν.
Στη Β΄ Τιμόθεο 2:24,25 μαθαίνουμε ότι ο δούλος του Κυρίου πρέπει να είναι «διδακτικός… διδάσκοντας με πραότητα αυτούς που αντιφρονούν». Αυτή η ήπια διδακτική προσέγγιση φαίνεται να είναι το αντίθετο από ένα μονόδρομο, «παραστασιακό» κήρυγμα.
Ένα Σπάνιο Σύνολο Δεξιοτήτων
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο από το γεγονός ότι λίγοι εκκλησιαστικοί ηγέτες διαθέτουν το υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτείται για να συνθέσουν και να παρουσιάσουν αποτελεσματικά μια ενδιαφέρουσα διάλεξη.
Ίσως ακόμη χειρότερα, η μονόδρομη επικοινωνία συχνά:
* αμβλύνει την περιέργεια,
* δημιουργεί παθητικότητα,
* καλλιεργεί μια ανθυγιεινή εξάρτηση από τον κήρυκα,
* και δεν εξοπλίζει αποτελεσματικά τους πιστούς για προσωπική μελέτη.
Η μορφή της διάλεξης είναι συχνά ένας αφύσικος, ακατάλληλος, λιγότερο αποτελεσματικός και υπερβολικά τυπικός τρόπος επικοινωνίας μέσα σε μικρές εκκλησίες.
Η Προέλευση του Κηρύγματος
Στην κοσμική ελληνική και ρωμαϊκή κοινωνία υπήρχε ένα ρητορικό ύφος ομιλίας που αποτελούσε δημοφιλή μορφή ψυχαγωγίας. Ήταν πολύ παρόμοιο με αυτό που σήμερα θεωρούμε κήρυγμα: μια ενδιαφέρουσα, πειστική, συναισθηματικά φορτισμένη μονολογική παρουσίαση. Μάλιστα θεωρείτο και μορφή τέχνης.
Μεγάλα Κτίρια – Μεγάλοι Αριθμοί
Ο ιστορικός Edwin Hatch αναφέρει ότι μόνο αιώνες μετά την εποχή της Καινής Διαθήκης η μονολογική ρητορική ενσωματώθηκε συστηματικά στις εκκλησιαστικές συναθροίσεις.
Αυτό συνέβη εν μέρει λόγω της ξαφνικής εισροής μεγάλου αριθμού κατ' όνομα πιστών στην εκκλησία, μετά την καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ταυτόχρονα, οι συνάξεις μετακινήθηκαν από την οικεία ατμόσφαιρα ιδιωτικών ρωμαϊκών κατοικιών σε μεγάλα, απρόσωπα κτίρια που μπορούσαν να φιλοξενήσουν εκατοντάδες ανθρώπους.
Κατ' Όνομα Πιστοί
Έτσι, η «αλληλοδιδακτική» μορφή διδασκαλίας — η συζητητική διδασκαλία που βλέπουμε στον Παύλο στην Τρωάδα — έγινε πρακτικά δύσκολη. Όχι μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού των παρευρισκομένων, αλλά και λόγω της κατ' όνομα φύσης πολλών από αυτούς τους νέους «μαθητές».
Επιπλέον, πολλοί από τους πρώτους «Πατέρες» της Εκκλησίας είχαν υπάρξει ρήτορες πριν από τη μεταστροφή τους (Τερτυλλιανός, Αρνόβιος, Κυπριανός, Λακτάντιος, Αυγουστίνος κ.ά.), οπότε δεν προκαλεί έκπληξη ότι χρησιμοποίησαν αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας.
Ακολουθώντας το Παράδειγμα του Παύλου
Η Κόρινθος ήταν μια πόλη γεμάτη Σοφιστές, δασκάλους της πειστικής τέχνης της ρητορικής. Ήταν εύγλωττοι, σεβαστοί και είχαν πολλούς οπαδούς.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο Παύλος φαίνεται να ήταν αποφασιστικά αντίθετος στο να μιμηθεί αυτό το «παραστασιακό» ύφος ρητορικής που ήταν τόσο δημοφιλές στην εποχή του.
Δυστυχώς, η εκκλησία της Κορίνθου είχε ήδη διασπαστεί σε παρατάξεις που ακολουθούσαν διάφορους δημοφιλείς ηγέτες (Απολλώ, Πέτρο, Παύλο). Ακόμη χειρότερα, είχαν επηρεαστεί από ψευδείς «υπεραποστόλους» με χρυσή γλώσσα (Β΄ Κορ. 11:5).
Ο Παύλος γράφει ότι μίλησε «όχι με σοφία λόγου, για να μη ματαιωθεί ο σταυρός του Xριστού» (Α΄ Κορ. 1:17), και ότι δεν ήρθε «με υπεροχή λόγου ή σοφίας» (Α΄ Κορ. 2:1).
Συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους «υπεραποστόλους», παραδέχεται ότι είναι «αδύνατος στον προφορικό λόγο» (Β΄ Κορ. 11:6).
Ο Παύλος ήθελε να είναι σαν το γαϊδουράκι που μετέφερε τον Ιησού την Κυριακή των Βαΐων: το πλήθος δεν πρόσεχε το ζώο — κοιτούσε τον Ιησού. Τον Ιησού επευφημούσαν, όχι το γαϊδουράκι.
Απόρριψη της Ρητορικής
Ποιο είναι λοιπόν το συμπέρασμα;
Σήμερα, σε μια μικρή εκκλησία μεγέθους «ρωμαϊκής οικίας», αποτελούμενη από γνήσιους πιστούς, η συνέχιση της αρχαίας ρωμαϊκής ρητορικής θα πρέπει να επανεξεταστεί σοβαρά.
Μην αντιγράφετε απλώς αυτό που οι μεγάλες εκκλησίες αναγκάζονται να κάνουν λόγω μεγέθους. Η παρουσίαση μηνυμάτων όπου η εκκλησία ακούει παθητικά και σιωπηλά, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για μάθηση και είναι εντελώς ακατάλληλη σε ένα μικρότερο πλαίσιο.
«Κήρυγμα»
Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι η δραστηριότητα της Καινής Διαθήκης που ονομάζεται «κήρυγμα», είναι παρόμοια με αυτό που κάνουν σήμερα οι σύγχρονοι κήρυκες κάθε εβδομάδα από τον άμβωνα.
Μια κοινή ελληνική λέξη που συνήθως μεταφράζεται ως «κηρύττω», είναι «ευαγγελίζω». Όπως είναι φυσικό, αναφέρεται στον ευαγγελισμό. Για παράδειγμα, ο Παύλος έγραψε ότι ο Χριστός τον έστειλε να «κηρύξει το ευαγγέλιο» (μεταφρασμένο από μία λέξη, εὐαγγελίζεσθαι, Α΄ Κορ. 1:17).
Αυτή η δραστηριότητα λάμβανε χώρα σε συναγωγές, αγορές και μέρη όπως ο Άρειος Πάγος.
Επειδή οι συνάξεις της εκκλησίας στην Καινή Διαθήκη είχαν ως σκοπό την οικοδομή των πιστών (Α΄ Κορ. 14:26) και όχι τον ευαγγελισμό των απίστων, αυτού του είδους το κήρυγμα δεν ήταν το συνηθισμένο σε μια εβδομαδιαία συνάθροιση της εκκλησίας.
Ο R. H. Mounce σχολίασε ότι στην Καινή Διαθήκη το κήρυγμα «δεν είναι θρησκευτικός λόγος προς μια κλειστή ομάδα μυημένων».
Μια άλλη συνηθισμένη λέξη που συνδέεται συνήθως με τον ευαγγελισμό, είναι το «κηρύττω». Για παράδειγμα: «πώς θα κηρύξουν αν δεν αποσταλούν;» (Ρωμ. 10:15).
Στα κλασικά αρχαία ελληνικά σήμαινε δημόσια, εξουσιαστική ανακοίνωση που απαιτούσε συμμόρφωση. Στον πρώτο αιώνα σήμαινε απλώς «αναγγέλλω, γνωστοποιώ».
Δεν πρέπει όμως να περιορίζουμε τη σκέψη μας σε μία μόνο μέθοδο — όπως το υπαίθριο κήρυγμα του George Whitefield ή του John Wesley.
Αν κάποιος μοιραστεί ήσυχα το ευαγγέλιο με τον διπλανό του, έχει ήδη «κηρύξει» σε αυτόν.
Στην Καινή Διαθήκη, το κήρυγμα απευθυνόταν κυρίως στους απίστους, όχι στην ήδη συναγμένη εκκλησία.
Ο C. H. Dodd όρισε το κήρυγμα της Καινής Διαθήκης ως «τη δημόσια διακήρυξη του Χριστιανισμού προς τον μη χριστιανικό κόσμο».
«Κήρυξε τον Λόγο»
Τι γίνεται όμως με τα λίγα χωρία που φαίνεται να υποστηρίζουν το κήρυγμα προς τους πιστούς;
Για παράδειγμα, ο Παύλος προτρέπει τον Τιμόθεο: «να κηρύξεις τον λόγο» (Β΄ Τιμ. 4:2).
Η λέξη «λόγος» πιθανότατα αναφέρεται στις Γραφές που αναφέρονται δύο εδάφια πριν, στο 3:16 («Oλόκληρη η γραφή είναι θεόπνευστη»).
Αξιοσημείωτο είναι ότι το «κήρυγμα» αυτό πρέπει να χαρακτηρίζεται από «κάθε μακροθυμία και διδασκαλία» (Β' Τιμ. 4:2).
Το «κηρύττω» σημαίνει βασικά «γνωστοποιώ». Ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Τιμόθεος θα έκανε γνωστό τον Λόγο του Θεού, ήταν σαφώς μέσω διδασκαλίας.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να γίνει γνωστή η Γραφή πέρα από το σύγχρονο μοντέλο του κηρύγματος.
Μια λιγότερο κοινή λέξη που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «κηρύττω» είναι το «καταγγέλλω». Ωστόσο, στην Καινή Διαθήκη δεν αναφέρεται σε καμία συγκεκριμένη μορφή διακήρυξης. Το πώς πραγματοποιήθηκαν αυτές οι διακηρύξεις έχει χαθεί στην ιστορία. Το να φανταστούμε ότι το καταγγέλλω είναι το ίδιο με έναν ιεροκήρυκα που κηρύττει ένα κήρυγμα, θα ήταν υπερβολική υπόθεση. Στόχος μου δεν είναι να αποδείξω ότι δεν υπήρξαν ποτέ διαλέξεις στις πρώτες εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις, αλλά μάλλον ότι υπήρχε ένας άλλος τρόπος που ήταν πιο συνηθισμένος και πιο αποτελεσματικός — η διδασκαλία μέσω διαλόγου.
Είναι όλοι κήρυκες;
Παρά τη σημερινή έμφαση στην «κεντρικότητα του κηρύγματος», αξίζει να σημειωθεί ότι στα κεφάλαια Α΄ Κορινθίους 11–14 —ένα εκτενές τμήμα περί εκκλησιολογίας— δεν γίνεται καμία αναφορά σε κήρυκες ή κηρύγματα.
Όταν ο Παύλος μιλά για τη μεγάλη ποικιλία των χαρισμάτων, δεν ρωτά: «Μήπως όλοι είναι κήρυκες;»
Αντίθετα ρωτά: «Μήπως όλοι είναι διδάσκαλοι;» (Α΄ Κορ. 12:29).
Στη λίστα χαρισμάτων του Ρωμαίους 12 αναφέρεται η διδασκαλία, αλλά όχι το κήρυγμα (12:7).
Οι Προφήτες ως Κήρυκες;
Μερικοί υποθέτουν ότι οι προφήτες που αναφέρονται στην Α' Κορινθίους 14 ήταν το αντίστοιχο των σημερινών κηρύκων.
Ας υποθέσουμε ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Το κείμενο δείχνει ότι σε κάθε σύναξη μιλούσαν δύο ή τρεις, όχι μόνο ένας, όπως συνηθίζεται σήμερα.
Επιπλέον, μπορούσαν να διακοπούν: «Kαι αν έρθει αποκάλυψη σε άλλον, ...ο πρώτος ας σιωπά» (14:30).
Και ακόμη πιο ενδιαφέρον: το μήνυμά τους κρινόταν αμέσως από τους άλλους: «Oι προφήτες, όμως, ας μιλάνε ανά δύο ή τρεις, και οι άλλοι ας διακρίνουν» (14:29).
Ωστόσο, ο Thomas Schreiner επισημαίνει ότι οι προφήτες δεν ήταν σαν τους σύγχρονους κήρυκες. Δεν εξηγούσαν τη Γραφή βάσει προσωπικής μελέτης, αλλά μιλούσαν αυθόρμητα όταν λάμβαναν μήνυμα από τον Θεό (Α' Κορ. 14:29,30).
Κόπος στον Λόγο και στη Διδασκαλία
Στο Α΄ Τιμόθεο 5:17 γίνεται λόγος για πρεσβυτέρους που κοπιάζουν στον λόγο και στη διδασκαλία.
Η λέξη λόγος σημαίνει απλώς «λόγος» ή «ομιλία». Δεν είναι η συνηθισμένη λέξη για το κήρυγμα.
Είναι πιθανό ο Παύλος να αναφέρεται στις ίδιες τις Γραφές. Δηλαδή, οι ηγέτες που κοπιάζουν στη μελέτη του Λόγου και στη διδασκαλία του, είναι άξιοι διπλής τιμής.
Το θέμα δεν είναι ότι δεν υπήρχαν ποτέ ομιλίες στις συνάξεις. Το θέμα είναι ότι, σε αντίθεση με τη διδασκαλία, το κήρυγμα ως διάλεξη δεν ήταν μια τακτική εβδομαδιαία πρακτική.
Συμπέρασμα
Αξίζει να εξετάσουμε το κόστος του εβδομαδιαίου κηρύγματος σε μικρές εκκλησίες.
Οι τρόποι επικοινωνίας που βλέπουμε στην Καινή Διαθήκη δεν είναι ίδιοι με το δυτικό μοντέλο του άμβωνα.
Παρόλο που το κήρυγμα έχει φέρει πολύ καλό κυρίως σε μη πιστούς, η συζητητική διδασκαλία είναι πιο αποτελεσματική και αναμφισβήτητα πιο Βιβλική για την εκκλησία.
Μαθητεία
Πώς μπορούμε, ως ηγέτες της εκκλησίας, να διδάσκουμε με τρόπο που να υπηρετεί καλύτερα την εκκλησία και να δημιουργεί μαθητές;
Η συνήθεια έχει χαρακτηριστεί ως ο πιο σκληρός τύραννος. Ας μη μοιάσουμε άθελά μας με εκείνους που — όπως είπε ο Ιησούς — άφησαν τον Λόγο του Θεού για χάρη της παράδοσής τους.
Είναι πολύ καλύτερο να ακολουθούμε το παράδειγμα της Καινής Διαθήκης και να σταματήσουμε τη μορφή της διάλεξης σε μικρές εκκλησίες.
Ας θέτουμε ερωτήσεις που προκαλούν σκέψη και βοηθούν τους ανθρώπους να ανακαλύπτουν την αλήθεια μόνοι τους.
Ας υιοθετήσουμε το διαλογικό μοντέλο διδασκαλίας που βλέπουμε τόσο στον Ιησού όσο και στον Παύλο.
> «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν·...» (Ματθ. 28:19,20α).
S. A.
Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος
Three Equal Columns
Column 1
Πώς να μελετάτε τη Βίβλο με τη σωστή μέθοδο
Column 2
Αυτό που πρέπει να σας πουν οι ποιμένες
Column 3
5 πράγματα που πέτυχε η Ανάσταση του Χριστού
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.