Η Εκκλησία έχει διακριτό χαρακτήρα
Ο διακριτός χαρακτήρας της Εκκλησίας έχει τις ρίζες του στη μοναδική της σχέση με τον ζώντα Χριστό ως το σώμα του οποίου Εκείνος είναι η Κεφαλή. Ο Θεός «και υπέταξε τα πάντα κάτω από τα πόδια του· και τον έδωσε ως κεφαλή πιο πάνω από όλους στην Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα του, το πλήρωμα εκείνου που, σε όλα, γεμίζει με πληρότητα τα πάντα.» (Εφ. 1:22,23). «και αυτός είναι η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας· ο οποίος είναι αρχή, πρωτότοκος από τους νεκρούς, για να γίνει αυτός πρωτεύων σε όλα» (Κολ. 1:18). «Kαι εσείς είστε σώμα του Xριστού, και μέλη κατά μέρος» (Α΄ Κορ. 12:27).
Η ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού είναι διπλή. Είναι διακριτή αφενός λόγω του ποιοι περιλαμβάνονται μέσα σε αυτό το σώμα (δηλαδή Ιουδαίοι και Εθνικοί ως συγκληρονόμοι), και αφετέρου λόγω των νέων σχέσεων που απορρέουν από του να είναι κανείς εν Χριστώ και της κατοίκησης του Χριστού μέσα στα μέλη αυτού του σώματος. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι μοναδικά για την Εκκλησία και δεν ήταν γνωστά ούτε βιώθηκαν από τον λαό του Θεού στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, ούτε καν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Κυρίου μας. Μιλώντας για τις νέες σχέσεις που θα άρχιζαν την Ημέρα της Πεντηκοστής, ο Κύριός μας είπε λίγο πριν από τη σταύρωσή Του: «Kατά την ημέρα εκείνη [μετά την Πεντηκοστή] θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ενωμένος με τον Πατέρα μου, και εσείς ενωμένοι με μένα, και εγώ ενωμένος με σας.» (Ιωάν. 14:20).
Η ένταξη Ιουδαίων και Εθνικών στο ίδιο σώμα είναι ένα μυστήριο, το περιεχόμενο του οποίου είναι, «να είναι τα έθνη συγκληρονόμα και σύσσωμα και συμμέτοχα στην υπόσχεσή του μέσα στον Xριστό, διαμέσου του ευαγγελίου·» (Εφ. 3:6). Είναι ένα μυστήριο «που σε άλλες γενεές δεν γνωστοποιήθηκε στους γιους των ανθρώπων, καθώς αποκαλύφθηκε τώρα διαμέσου του Πνεύματος στους αγίους αποστόλους του και προφήτες» (εδ. 5).
Οι α-χιλιαστές προσπαθουν να υπονομεύσουν τη σημασία αυτής της δήλωσης, επιμένοντας ότι η λέξη «καθώς» (πρωτ.: «ως») στο εδάφιο 5 δείχνει ότι το μυστήριο αυτό είχε μερικώς αποκαλυφθεί στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης και, συνεπώς, δεν είναι χαρακτηριστικό αποκλειστικά της εποχής της Εκκλησίας. Ακόμη κι αν το «καθώς» μπορούσε να ερμηνευθεί με αυτόν τον τρόπο, αυτό δεν σημαίνει ότι το σώμα που αποτελείται από Ιουδαίους και Εθνικούς υπήρχε στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης.
Ο Παύλος έχει γράψει μόλις στην ίδια προς Εφεσίους επιστολή ότι μόνο εν Χριστώ γκρεμίστηκε το μεσότοιχο του φραγμού μεταξύ Ιουδαίου και Εθνικού, ώστε να μπορέσει «να συμφιλιώσει και τους δύο σε ένα σώμα προς τον Θεό διαμέσου του σταυρού, αφού θανάτωσε διαμέσου αυτού την έχθρα.» (Εφ. 2:16). Αυτό δεν έγινε πριν από τον σταυρό· επομένως είναι σαφές ότι ο νέος άνθρωπος, το ένα Σώμα, δεν υπήρχε στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης. Ακόμη κι αν είχε αποκαλυφθεί μερικώς, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, αυτό δεν το έφερε σε ύπαρξη. Το Σώμα του Χριστού δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί πριν από τον θάνατο του Χριστού, και ο χρόνος της αποκάλυψης αυτής της αλήθειας δεν επηρεάζει τη σύστασή του. Η Παλαιά Διαθήκη πράγματι προλέγει ευλογία για τα έθνη κατά τη χιλιετή περίοδο (Ησ. 2:1-4· 61:5,6), αλλά οι συγκεκριμένες αυτές ευλογίες δεν περιλαμβάνουν την ισότητα μέσα στο Σώμα του Χριστού. Μεγάλη ευλογία υπόσχεται η Παλαιά Διαθήκη στα έθνη, αλλά όχι με βάση την ισότητα θέσης με τους Ιουδαίους. Αυτή η ισότητα είναι το σημείο του μυστηρίου που αποκαλύφθηκε στους αποστόλους και προφήτες στους χρόνους της Καινής Διαθήκης.
Η άλλη πτυχή της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού είναι η ενοίκηση του Χριστού στα μέλη αυτού του Σώματος. Αυτό είναι το μυστήριο που αποκαλύπτεται στο Κολοσσαείς 1:27: «στους οποίους ο Θεός θέλησε να φανερώσει, ποιος είναι ο πλούτος της δόξας τούτου του μυστηρίου στα έθνη, που είναι ο Xριστός μέσα σας, η ελπίδα της δόξας·». Αυτό το μυστήριο λέγεται ρητά ότι «ήταν κρυμμένο από τους αιώνες και από τις γενεές, τώρα όμως φανερώθηκε στους αγίους του» (εδ. 26). Τα άμεσα συμφραζόμενα αναφέρονται στο Σώμα του Χριστού τρεις φορές (εδ. 18, 22, 24), μη αφήνοντας καμία αμφιβολία ότι τα μέλη του Σώματος είναι εκείνα μέσα στα οποία κατοικεί ο ζών Χριστός. Αυτό είναι που καθιστά το σώμα έναν ζωντανό οργανισμό, και αυτή η σχέση ήταν άγνωστη στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης.
Η Εκκλησία ως ζωντανός οργανισμός, μέσα στον οποίο Ιουδαίοι και Εθνικοί βρίσκονται σε απόλυτη ισότητα, είναι το μυστήριο που αποκαλύφθηκε μόνο στους χρόνους της Καινής Διαθήκης και μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία μόνο μετά τον σταυρό του Χριστού. Αυτός είναι ο διακριτός χαρακτήρας της Εκκλησίας — ένας χαρακτήρας που δεν ίσχυε για το σώμα των αγίων της Παλαιάς Διαθήκης.
Η Εκκλησία έχει διακριτό χρόνο
Από όσα έχουν ειπωθεί είναι αρκετά προφανές ότι η κατανόηση της Εκκλησίας με βάση τις διαφορετικές οικονομίες του Θεού, περιορίζει τη συγκρότησή της σε αυτήν την παρούσα εποχή. Ήταν κάτι άγνωστο κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης· αποτελεί μια διακριτή οντότητα στη σημερινή εποχή. Οι αποδείξεις της ιδιαιτερότητας της Εκκλησίας ως προς αυτή την εποχή είναι τρεις.
1. Η απόδειξη από τον μυστηριακό χαρακτήρα της Εκκλησίας.
Αυτό είναι το φυσικό επακόλουθο όσων συζητήθηκαν στην προηγούμενη ενότητα. Αν ο διακριτός χαρακτήρας της Εκκλησίας ως ζωντανού οργανισμού, στον οποίο κατοικεί ο Χριστός και όπου Ιουδαίοι και Εθνικοί βρίσκονται σε ισότιμη βάση, περιγράφεται ως μυστήριο άγνωστο κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, τότε η Εκκλησία δεν μπορεί να είχε συσταθεί σε εκείνες τις παλαιοδιαθηκικές ημέρες. Πράγματι, ο Παύλος δηλώνει πολύ καθαρά ότι αυτή η οντότητα είναι ένας «καινός άνθρωπος» (Εφ. 2:15), που κατέστη δυνατός μόνο μετά τον θάνατο του Χριστού.
2. Η Εκκλησία είναι διακριτή σε αυτήν την εποχή λόγω των όσων λέει ο Παύλος για την αρχή και την ολοκλήρωσή της.
Όσον αφορά στην αρχή της, ο Παύλος τονίζει με έμφαση την απαραίτητη σχέση της Εκκλησίας με την ανάσταση και την ανάληψη του Χριστού. Είναι οικοδομημένη πάνω στην ανάστασή Του, διότι ο Κύριος έγινε Κεφαλή της Εκκλησίας αφού ο Θεός «τον ανέστησε από τους νεκρούς· και τον κάθισε στα δεξιά του στα επουράνια» (Εφ. 1:20· πρβλ. εδ. 22,23).
Επιπλέον, η σωστή λειτουργία και δράση της Εκκλησίας εξαρτάται από τη χορήγηση χαρισμάτων στο Σώμα, και η χορήγηση των χαρισμάτων εξαρτάται με τη σειρά της από την ανάληψη του Χριστού (4:7–12). Αν, έστω και υποθετικά, το Σώμα του Χριστού μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρχε πριν από την ανάληψη του Χριστού, τότε θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι ήταν ένα σώμα μη λειτουργικό. Στη σκέψη του Παύλου, η Εκκλησία οικοδομείται πάνω στην Ανάσταση και την Ανάληψη, και αυτό σημαίνει ότι είναι χαρακτηριστική αυτής της εποχής.
Όσον αφορά στην ολοκλήρωσή της, όταν οι άγιοι θα μεταμορφωθούν και θα αναστηθούν, ο Παύλος χρησιμοποιεί τη φράση «αυτοί που πέθαναν εν Xριστώ» (Α΄ Θεσσ. 4:16 - πρωτ.: «τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ»). Αυτό διακρίνει σαφώς εκείνους που έχουν πεθάνει «εν Χριστώ» σε αυτή την εποχή από τους πιστούς που πέθαναν πριν από την πρώτη έλευση του Χριστού, και έτσι οριοθετεί την Εκκλησία ως διακριτή αυτής της εποχής και ως μυστήριο κρυμμένο και μη αποκαλυμμένο κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης.
3. Το βαπτιστικό έργο του Αγίου Πνεύματος αποδεικνύει ότι η Εκκλησία δεν άρχισε πριν από την Πεντηκοστή.
Ο Κύριος είχε μιλήσει για αυτό το έργο του Πνεύματος λίγο πριν από την ανάληψή Του (Πράξ. 1:5) ως κάτι μελλοντικό και διαφορετικό από οτιδήποτε είχαν βιώσει προηγουμένως. Αν και δεν καταγράφεται ρητά στις Πράξεις κεφ. 2 ότι το βάπτισμα του Πνεύματος έλαβε χώρα την ημέρα της Πεντηκοστής, αναφέρεται στις Πράξεις 11:15,16 ότι πράγματι συνέβη εκείνη την ημέρα σε εκπλήρωση της υπόσχεσης του Κυρίου όπως καταγράφεται στο 1:5.
Αργότερα ο Παύλος εξήγησε τη δογματική σημασία του βαπτίσματος ως την τοποθέτηση των ανθρώπων μέσα στο Σώμα του Χριστού («καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν» – Α΄ Κορ. 12:13). Με άλλα λόγια, την ημέρα της Πεντηκοστής οι άνθρωποι τοποθετήθηκαν για πρώτη φορά στο Σώμα του Χριστού. Εφόσον η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού (Κολ. 1:18), η Εκκλησία δεν θα μπορούσε να είχε αρχίσει πριν από την Πεντηκοστή, και πράγματι άρχισε εκείνη την ημέρα.
Η έμφαση στη διακριτότητα της Εκκλησίας σε αυτήν την εποχή, δεν σημαίνει (1) ότι η θεολογία των οικονομιών πιστεύει πως δεν υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ορθή σχέση με τον Θεό στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης ή (2) ότι ο Χριστός δεν είναι ο Ιδρυτής της Εκκλησίας. Ωστόσο, επιμένει ότι ο λαός του Θεού που έχει βαπτιστεί στο Σώμα του Χριστού και έτσι συγκροτεί την Εκκλησία, είναι διακριτός από τους αγίους άλλων εποχών ή ακόμη και μιας μελλοντικής εποχής.
Οι "οικονομιαστές" αναγνωρίζουν πλήρως ότι η Εκκλησία είναι η Εκκλησία του Χριστού (Ματθ. 16:18). Εκείνος επέλεξε και εκπαίδευσε τους πρώτους ηγέτες της κατά τη διάρκεια της επίγειας διακονίας Του. Κάποια από τη διδασκαλία Του ήταν προπαρασκευαστική για τη συγκρότηση της Εκκλησίας. Ο θάνατος, η ανάσταση, η ανάληψη και η εξύψωσή Του αποτέλεσαν το αναγκαίο θεμέλιο πάνω στο οποίο επρόκειτο να οικοδομηθεί η Εκκλησία. Όμως, παρόλο που ο Κύριος είναι ο Ιδρυτής της Εκκλησίας και εκείνος που έθεσε τα θεμέλια κατά την επίγεια ζωή Του, η Εκκλησία δεν ήρθε σε λειτουργική και ενεργό ύπαρξη μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής. Είναι διακριτή σε αυτήν την εποχή.
Η Εκκλησία Είναι Ξεχωριστή από τον Ισραήλ
Όσοι δεν ακολουθούν την ερμηνευτική μέθοδο της διάκρισης των οικονομιών, σε κάποιο βαθμό, συγχέουν τη διάκριση μεταξύ Ισραήλ και Εκκλησίας. Αυτή η σύγχυση αποτυγχάνει να αναγνωρίσει την αντίθεση που διατηρείται στην Αγία Γραφή μεταξύ Ισραήλ, Εθνών και Εκκλησίας. Στην Καινή Διαθήκη, ο φυσικός Ισραήλ και τα Έθνη τίθενται σε αντίθεση.
Ο Ισραήλ αναφέρεται ως έθνος σε αντιδιαστολή με τα Έθνη μετά την ίδρυση της Εκκλησίας στην Πεντηκοστή (Πράξ. 3:12· 4:8, 10· 5:21, 31, 35· 21:28). Στην προσευχή του Παύλου για τον φυσικό Ισραήλ (Ρωμ. 10:1), υπάρχει σαφής αναφορά στον Ισραήλ ως λαό ξεχωριστό και εκτός της Εκκλησίας. Έγραψε επίσης: «Nα μη γίνεστε πρόσκομμα ούτε σε Iουδαίους ούτε σε Έλληνες ούτε στην εκκλησία τού Θεού·» (Α΄ Κορ. 10:32). Αν ο εβραϊκός λαός ήταν η ίδια ομάδα με την Εκκλησία ή με τα Έθνη, τότε δεν θα υπήρχε λόγος για αυτή τη διάκριση του αποστόλου.
Επιπλέον, ο Παύλος, αναφερόμενος προφανώς στον φυσικό Ισραήλ ως «συγγενείς μου κατά σάρκα», αποδίδει σε αυτούς τις διαθήκες και τις επαγγελίες (Ρωμ. 9:3,4). Το γεγονός ότι αυτά γράφτηκαν μετά την έναρξη της Εκκλησίας, αποδεικνύει ότι η Εκκλησία δεν αφαιρεί τις ευλογίες του Ισραήλ. Ο όρος Ισραήλ συνεχίζει να χρησιμοποιείται για τους φυσικούς (όχι πνευματικούς) απογόνους του Αβραάμ μετά την ίδρυση της Εκκλησίας και δεν ταυτίζεται με την Εκκλησία.
Επίσης, οι πιστοί Ιουδαίοι και οι πιστοί Εθνικοί, που μαζί αποτελούν την Εκκλησία σε αυτήν την εποχή, εξακολουθούν να διακρίνονται στην Καινή Διαθήκη, αποδεικνύοντας ότι ο όρος Ισραήλ εξακολουθεί να σημαίνει τους φυσικούς απογόνους του Αβραάμ. Το «επειδή, όλοι από τον Iσραήλ, αυτοί δεν είναι Iσραήλ» (Ρωμ. 9:6) δεν λέει ότι το πνευματικό υπόλοιπο μέσα στον Ισραήλ είναι η Εκκλησία. Απλώς διακρίνει το έθνος ως σύνολο από το πιστό στοιχείο μέσα στο έθνος. Μια τέτοια διάκριση ήταν συχνή στην Παλαιά Διαθήκη και επομένως θα ήταν οικεία στους Ιουδαίους αναγνώστες. Ο δούλος του Κυρίου στην Παλαιά Διαθήκη άλλοτε αποκαλείται «τυφλός» και «κωφός» (Ησ. 42:19) και άλλοτε ο όρος αναφέρεται προφανώς στο δίκαιο υπόλοιπο μέσα στον Ισραήλ (44:1· 51:1,7). Στο χωρίο της Προς Ρωμαίους, ο Παύλος υπενθυμίζει ότι η φυσική καταγωγή από τον Ισραήλ δεν εξασφαλίζει τη ζωή και την εύνοια που υποσχέθηκε ο Θεός στον πιστό Ισραηλίτη που πλησίασε τον Θεό με πίστη.
Πιο συχνά, οι μη-οικονομιαστές χρησιμοποιούν τα Προς Γαλάτες 6:15,16 για να προσπαθήσουν να δείξουν ότι η Εκκλησία είναι ο νέος, πνευματικός Ισραήλ: «Eπειδή, στον Iησού Xριστό ούτε η περιτομή έχει κάποια ισχύ ούτε η ακροβυστία, αλλά η καινούργια κτίση. Kαι όσοι περπατήσουν σύμφωνα με τούτο τον κανόνα, ειρήνη επάνω σ’ αυτούς και έλεος, και επάνω στον Iσραήλ του Θεού.» Το ερώτημα είναι, ποιοι συνθέτουν τον Ισραήλ του Θεού; Ο α-χιλιαστής επιμένει ότι αυτά τα εδάφια εξισώνουν τον Ισραήλ του Θεού με ολόκληρη την Εκκλησία. Ο προ-χιλιαστής λέει ότι ο Παύλος απλώς ξεχωρίζει τους Χριστιανούς Εβραίους για ειδική αναγνώριση στην ευλογία.
Η γραμματική από μόνη της δεν λύνει το ζήτημα. Το «και» στη φράση «και στον Ισραήλ του Θεού» μπορεί να κατανοηθεί με τρεις τρόπους.
Πρώτον, θα μπορούσε να είναι επεξηγηματικό, δηλαδή να σημαίνει «δηλαδή», οπότε ο «Ισραήλ του Θεού» θα ήταν συνώνυμος της «νέας κτίσης» και θα ταύτιζε την Εκκλησία με τον Ισραήλ του Θεού.
Δεύτερον, μπορεί να έχει εμφατικό νόημα, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερα σημαντικό μέρος στο σύνολο, και να σημαίνει «και ιδιαίτερα».
Τρίτον, μπορεί να είναι απλώς συνδετικό, διακρίνοντας και πάλι τους Χριστιανούς Ιουδαίους χωρίς να τους ταυτίζει με ολόκληρη την Εκκλησία.
Αν και η γραμματική δεν αποφασίζει μόνη της, το επιχείρημα της Προς Γαλάτες επιστολής ευνοεί το συνδετικό ή το εμφατικό νόημα του "και". Ο Παύλος είχε επιτεθεί σφοδρά στους ιουδαΐζοντες· επομένως, είναι φυσικό να θυμάται με ιδιαίτερη ευλογία εκείνους τους Ιουδαίους που εγκατέλειψαν τον νομικισμό και ακολούθησαν τον Χριστό. Επιπλέον, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί, αν οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ήθελαν να ταυτίσουν ξεκάθαρα τον Ισραήλ και την Εκκλησία, δεν το έκαναν ρητά στα πολλά άλλα σημεία όπου είχαν την ευκαιρία να το κάνουν.
Ιστορικά, η λέξη «Ισραήλ» εφαρμόζεται λανθασμένα για πρώτη φορά στη χριστιανική εκκλησία από τον Ιουστίνο τον Μάρτυρα γύρω στο 160 μ.Χ., στον Διάλογο προς Τρύφωνα, όπου η εκκλησία ταυτίζεται με τον «αληθινό Ισραήλ» (και δεν χαρακτηρίζεται "ο Ισραήλ του Θεού" όπως στο Γαλάτες 6:16).
Η χρήση των όρων Ισραήλ και Εκκλησία δείχνει καθαρά ότι στην Καινή Διαθήκη το έθνος Ισραήλ συνεχίζει να υπάρχει με τις δικές του επαγγελίες και ότι η Εκκλησία ποτέ δεν ταυτίζεται με κάποιο δήθεν «νέο Ισραήλ», αλλά διακρίνεται προσεκτικά και σταθερά ως ξεχωριστό έργο του Θεού σε αυτή την εποχή.
— Charles C. Ryrie
Διάβασε σχετικά:
Ισραήλ και Εκκλησία: Οι διαφορές στη σωτηριολογία και εσχατολογία
Three Equal Columns
Column 1
Πώς να μελετάτε τη Βίβλο με τη σωστή μέθοδο
Column 2
Αυτό που πρέπει να σας πουν οι ποιμένες
Column 3
5 πράγματα που πέτυχε η Ανάσταση του Χριστού
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια με προσβλητικό ή υβριστικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται.